ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ, Η - Θόδωρος Γιαχουστίδης

Πατριαρχίας το ανάγνωσμα
Women of the disappeared

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί η γεννημένη στο Κόσοβο το 1983 Blerta Basholli. Μεγάλωσε στο Κόσοβο και σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Καλών Τεχνών της Πρίστινα. Το 2008 της απονεμήθηκε η Dean’s Fellowship στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών κινηματογράφου του Tisch School of the Arts στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Έζησε στη Νέα Υόρκη για τέσσερα χρόνια, όπου είχε την ευκαιρία να εργαστεί σε διάφορα πρότζεκτ ως φοιτήτρια. Το 2011 επέστρεψε στην πατρίδα της γυρίζοντας κάποιες μικρού μήκους ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Για τούτη, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, ασχολείται ουσιαστικά ήδη από το 2011.

Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Σάντανς τον Ιανουάριο του 2021, κερδίζοντας κοινό και κριτική επιτροπή και μαζεύοντας τρία βραβεία και συγκεκριμένα το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, το βραβείο σκηνοθεσίας και το βραβείο κοινού στο τμήμα «World Cinema – Dramatic». Κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στην ιστορία του φεστιβάλ. Βέβαια, την ίδια χρονιά, το «CODA» κέρδισε τα αντίστοιχα τρία βραβεία σε ότι αφορά τις αμερικάνικες ταινίες. Η φεστιβαλική της καριέρα είναι μεγάλη και πετυχημένη. Την πανελλήνια πρεμιέρα της η ταινία την πραγματοποίησε στο προηγούμενο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 2021, όπου κέρδισε το βραβείο κοινού στο τμήμα «Ματιές στα Βαλκάνια», όπου συμμετείχε. Τέλος, αποτέλεσε την επίσημη πρόταση του Κοσόβου για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.



1434 1

Η υπόθεση: Το απόγευμα της 25ης Μαρτίου του 1999, μια μέρα μετά το ξεκίνημα των Νατοϊκών βομβαρδισμών στη Σερβία, μια ομάδα Σέρβων παραστρατιωτικών συγκέντρωσε τους ενήλικες άντρες στο χωριό Krusha του Κοσόβου (περίπου 100 άτομα) οι οποίοι αργότερα εξαφανίστηκαν. Δολοφονήθηκαν και (σύμφωνα με μαρτυρίες) τα πτώματά τους πετάχτηκαν στον ποταμό Drini. Εφτά χρόνια μετά κι ενώ ο πόλεμος έχει τελειώσει, η κατάσταση στο χωριό είναι παράξενη, καθώς πολλοί άντρες θεωρούνται από τότε αγνοούμενοι και γίνονται προσπάθειες ταυτοποίησης των σορών τους. Ο άντρας της Φαριγιέ είναι ένας από αυτούς τους αγνοούμενος και, παράλληλα με το πένθος, η οικογένειά της αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Τα λεφτά από τις πωλήσεις μελιού στην λαϊκή αγορά της κοντινής πόλης, από τις κυψέλες που εκείνος είχε δημιουργήσει, δεν αρκούν ούτε για ζήτω. Το ίδιο δεν βοηθά όσο θα έπρεπε η υποτυπώδης κρατική βοήθεια. 

Η Φαριγιέ, που ζει με τον παράλυτο πεθερό της και τα δύο ανήλικα παιδιά της, θέλει να βελτιώσει τη ζωή της οικογένειάς της. Αρχικά, βγάζει δίπλωμα οδήγησης, κάτι που χτυπάει άσχημα στα μάτια της συντηρητικής, πατριαρχικής κοινωνίας του χωριού της. Όταν δε αποφασίζει να παράξει αϊβάρ (μια πάστα κόκκινης πιπεριάς, ιδιαίτερα δημοφιλή στην περιοχή) σε επίπεδο βιοτεχνίας και να πουλήσει την παραγωγή σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ, θα έχει να αντιμετωπίσει κουτσομπολιά, εχθρότητα, και βαριές κουβέντες, όχι μόνο από τους άντρες του χωριού, αλλά και από τις γυναίκες, άλλες (εν δυνάμει) χήρες και τα ίδια της τα παιδιά. Θα καταφέρει να αναστρέψει το κλίμα υπέρ της;

Η άποψή μας: Βρίσκω ενδιαφέρουσες κάποιες συμπτώσεις παύλα συγκυρίες, που έχουν να κάνουν με το θέμα κάποιας ταινίας, τα γυρίσματά της και την εποχή που βγαίνει στις αίθουσες. Τούτη η ταινία πχ βγαίνει εν μέσω του πολέμου ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία. Βγαίνει στη χώρα μας μια μέρα πριν την 25η Μαρτίου, μία από τις δύο εθνικές μας εορτές, που παράλληλα όμως για αυτήν τη μικρή περιοχή των Βαλκανίων αποτελεί ημέρα μνήμης μιας σφαγής. Επιχειρήθηκαν γενοκτονίες: τώρα από τους «κακούς» Ρώσους, τότε από τους «κακούς» Σέρβους. Οι σφαγές έγιναν και γίνονται. Το πώς χρωματίζονται οι κακοί της Ιστορίας είναι ένα ζήτημα που σηκώνει πάρα πολύ μεγάλη κουβέντα. Αυτά με τις συμπτώσεις. 

1434 3

Με την ταινία μας τώρα. Που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η πρωτάρα σκηνοθέτιδα πετυχαίνει να μας δώσει μια υποδειγματική ταινία. Δεν λέω σπουδαία, δεν λέω αριστούργημα, δεν λέω «γουάου». Αυτό που καταφέρνει η δημιουργός είναι να μας αφηγηθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, με έναν πολύ πειστικό τρόπο, να μας κάνει κοινωνούς ενός ιστορικού γεγονότος που – προφανώς – οι θεατές της ταινίας στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν γνώριζαν, χωρίς να δαιμονοποιεί τον «εχθρό» (θα ήταν αποπροσανατολιστικό κάτι τέτοιο), να μας παρουσιάσει μια πραγματικότητα της χώρας της με τρόπο απολύτως κατανοητό και – κυρίως – να θέσει το ζήτημα της θέσης των γυναικών σε κοινωνίες εντελώς πατριαρχικές. Παρακολουθείς την ταινία και δεν πιστεύεις στα μάτια σου με το πως λίγα χρόνια πριν, σε μια γωνιά της Ευρώπης, οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν με τέτοιο ελεεινό και παλαιολιθικό τρόπο. 

Αλλά τι λέω: οι γυναικοκτονίες στην... προοδευτική Ελλάδα του 2021 και του 2022, οι γυναικοκτονίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι γυναικοκτονίες παντού στον κόσμο, σήμερα, αποτελούν ενδείξεις ότι έχουμε πολλά ακόμα να αλλάξουμε σε μυαλά, συμπεριφορές και αντιλήψεις ανθρώπων για να βαδίσουμε προς μια καλύτερη, πιο προοδευτική κοινωνία γενικότερα. Η Φαριγιέ της ταινίας όπως και κάθε Φαριγιέ αυτού του κόσμου, τραβάει ζόρι. Βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου θεωρητικά ούτε μπροστά μπορεί να πάει ούτε πίσω. Δεν έχει οριστική απάντηση σχετικά με την τύχη του συζύγου της: ναι, κατά πάσα πιθανότητα έχει δολοφονηθεί. Δεν υπάρχει όμως απόδειξη. 

Υπάρχει η ελπίδα (από τον πατέρα του, από τα παιδιά της) ότι μπορεί και να ζει και πως κάποια μέρα θα επιστρέψει. Μετά από εφτά χρόνια; Σε εκείνους επιτρέπεται να έχουν αυτές τις ελπίδες. Στη Φαριγιέ όχι. Που ψάχνει όποτε μπορεί ανάμεσα στα ευρήματα από τους νεκρούς, για να πάρει μια οριστική απάντηση, για να κλείσει ο κύκλος. Κι αυτό επειδή το να ξέρεις κάτι, έστω και άσχημο, είναι σαφώς προτιμότερο από το να ζεις με την αμφιβολία και την άγνοια. Γιατί με κάποιον τρόπο πρέπει να προχωρήσει μπροστά, να επιβιώσει και να βρει τρόπο να φροντίσει την οικογένειά της. 

1434 4

Καθαρίζει στωικά και αδιαμαρτύρητα τον παράλυτο πεθερό της. Βλέπει τα παιδιά της να μεγαλώνουν: η κόρη της έχει περίοδο πια και ο γιος της δεν θέλει να τον πλένει πλέον η μάνα του. Βλέπει πως το μέλι της δεν πουλιέται, δεν είναι αρκετό για να συντηρήσει την οικογένειά της. Οι μέλισσες την τσιμπάνε: πονάει, αλλά... ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Το να βγάλει δίπλωμα είναι βήμα προς την σωστή κατεύθυνση: έτσι μπορεί να κινείται ευκολότερα και να διεκδικεί εργασία. Ναι, αλλά το χωριό δεν εγκρίνει. Γυναίκα να οδηγάει; Γυναίκα «παντρεμένη» (κι ας μην βρίσκεται πουθενά στον ορίζοντα ο άντρας της) και να πηγαίνει στην πόλη; Α, την ξετσίπωτη! 

Οι προκαταλήψεις και η πατριαρχία είναι τόσο βαθιά ριζωμένες που, εκτός από τους άντρες του χωριού η Φαριγιέ έχει να αντιμετωπίσει και τις γυναίκες, ακόμα και την ίδια της την κόρη! Κουτσομπολιά, αρνητισμός, εμπόδια, τούβλα πεταμένα σε παράθυρα. Κι όμως, εκείνη προχωράει. Και δημιουργεί. Και πάλι προβλήματα: κάποιος (;;;) προσπαθεί να καταστρέψει την παραγωγή της. Και ο προμηθευτής της, ο μανάβης που της δίνει τις κόκκινες πιπεριές για την παρασκευή του αϊβάρ την θεωρεί εύκολη λεία για τις σεξουαλικές του ορέξεις. Η Φαριγιέ όμως είναι η βασίλισσα της κυψέλης. Οι άντρες είναι κηφήνες. Και οι γυναίκες οι εργάτριες που εντέλει θα κάνουν το μελίσσι να ορθοποδήσει και να παράξει μέλι. 

Δωρική η Yllka Gashi, που υποδύεται την Φαριγιέ, κουβαλάει με άνεση την ταινία στις πλάτες της. Μια ταινία που ποτέ δεν ξεπέφτει στον εύκολο μελοδραματισμό. Μια ταινία που προμοτάρει το πολύ απλό μα τόσο σημαντικό «η ισχύς εν τη ενώσει». Δείτε την. Και η Φαριγιέ – η πραγματική Φαριγιέ – η οποία πλέον διαθέτει μια επιχείρηση που απασχολεί δεκάδες γυναίκες όπως εκείνη, γνωρίζει πως, καλού κακού, ένα γαλλικό κλειδί μπορεί μια χαρά να κόψει και να κάμψει τις ανεπιθύμητες για εκείνη «επιθυμίες» κάποιου ξαναμμένου αρσενικού. Και να ξεκλειδώσει την ελευθερία της.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module