ΣΗΜΕΙΟ ΒΡΑΣΜΟΥ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Μετά το «Βρόχο» του Χίτσκοκ, τη «Ρωσική κιβωτό» του Σοκούροβ και τον «Birdman» του Ιναρίτου, για να αναφέρω μόνο τις πιο γνωστές ταινιες, μας έρχεται τώρα μια ακόμη ταινία, γυρισμένη σε ένα και μοναδικό πλάνο, το «Σημείο βρασμού» του Φίλιπ Μπαραντίνι – ένας τρόπος πρέπει να τονίσω, που στις μέρες μας βοηθά ιδιαίτερα η ψηφιακή τεχνολογία. Χωρίς να σημαίνει πως ο τρόπος αυτός είναι και το μόνο αξιέπαινο (περισσότερο gimmick – έξυπνο επινόημα – θα έλεγα) στοιχείο της ταινίας.

Ο Στίβεν Γκράαμ (σε μια εκπληκτική, άξια για βραβείο, ερμηνεία) είναι o Άντι, o σεφ σ’ ένα εστιατόριο πολυτελείας του Λονδίνου. Φτάνει στο εστιατόριο αγχωμένος, λίγο ζαλισμένος από το ποτό, προσπαθώντας από το τηλέφωνο να βάλει σε τάξη την οικογενειακή του ζωή, για ν’ αντιμετωπίσει τον υγειονομικό υπάλληλο που στη συνέχεια υποβιβάζει το εστιατόριό του από τους πολύ καλούς 5 βαθμούς σε μόνο 3. Ένας λόγος που οδηγεί τον ευέξαπτο Άντι να κατηγορήσει το προσωπικό του εστιατορίου, αν και, όπως αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε, κι όπως στη συνέχεια γίνεται πιο ξεκάθαρο, κύριος υπεύθυνος είναι ο ίδιος.

1422 3

Βρισκόμαστε όμως σε μια κουζίνα με πρόσωπα το καθένα με τα δικά του προβλήματα: η βοηθός του σεφ μισεί την υπεύθυνη του εστιατορίου και ήδη σκέφτεται να δεχτεί μια καλύτερη προσφορά σε άλλο εστιατόριο, ο μάγειρας έχει τα δικά του προβλήματα, η έγκυος γυναίκα, υπεύθυνη για το πλύσιμο των πιάτων, έτοιμη να καταρρεύσει γιατί έχει κουραστεί να κάνει και τις δουλειές των άλλων, μαζί κι αυτές του βαριεστημένου βοηθού της που προτιμά να τρέχει έξω για δικές του υποθέσεις και, βέβαια, ο Άντι που άλλοτε προσπαθεί να απαντήσει στο τηλέφωνο, κι άλλοτε τρέχει στο μικρό δωμάτιό του για να φτιαχτεί και να πιει ακόμη ένα σφηνάκι.

Σε λίγο θ’ ανοίξει και το εστιατόριο που θα κατακλυστεί με μια πινακοθήκη από ποικίλα πρόσωπα: τον Άλιστερ (ένας πολύ καλός Τζέισον Φλέμινγκ), ένα διάσημο σεφ και πρώην αφεντικό του Άντι, που καταφθάνει παρέα με τη Σάρα, μια κριτικό εστιατορίων, που τρομάζει τον Άντι, μια ομάδα απαιτητικών Αμερικανών τουριστών, μια άλλη με επικεφαλής ένα ρατσιστή και έναν άντρα που φτάνει με το κορίτσι του, στο οποίο πρόκειται να κάνει πρόταση γάμου και η οποία έχει αλλεργία με τους ξηρούς καρπούς – αλλεργία που, στη συνέχεια, θα αυξήσει τα προβλήματα του Άντι.

Εκείνο που κατάφερε ο Μπαραντίνι, σ’ αυτή τη χαμηλού κόστους, διανθισμένη με αρκετό χιούμορ, ταινία του, είναι να πιάσει το σφυγμό του εστιατορίου, με τα συνεχή τρεξίματα, τις προσπάθειες του Άντι και του προσωπικού του να ικανοποιήσουν τους πελάτες αλλά και να λύνουν ταυτόχρονα τα διάφορα προσωπικά και άλλα προβλήματα που εμφανίζονται. Με την κάμερα, ένας μεγάλος άθλος πρέπει να πω, να τρέχει πίσω τους, να περνάει από τραπέζια, από διαδρόμους, μπροστά και πίσω από το μπαρ, να μπαίνει στην κουζίνα, να βγαίνει στο δρομάκι πίσω από την κουζίνα και να πλησιάζει, όταν χρειάζεται, τα πρόσωπα, ιδιαίτερα του Άντι, με το σωστό ρυθμό και με μια φαινομενική – μάλλον αρκετά δύσκολη στην πραγματικότητα – ευκολία να παραμένει πάντα στο ίδιο συνεχές πλάνο, για να καταγράψει αυτή τη ξέφρενη, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, αγχωτική βραδιά.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module