ΣΥΡΑΝΟ ΝΤΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ - Ηλίας Φραγκούλης

Ο Συρανό είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Ροξάν, όμως, δεν της αποκαλύπτει ποτέ τα πραγματικά του συναισθήματα διότι φοβάται την απόρριψη. Αντ’ αυτού, «δανείζει» τα λόγια της αγάπης του στον γοητευτικό Κρίστιαν, ο οποίος την πολιορκεί με πάθος, μα δεν έχει ίχνος πνεύματος για να την κερδίσει.

Ειλικρινά, είναι ν’ απορείς με το τι πήγε στραβά σε τούτη τη διασκευή του πολλάκις (από το 1925) μεταφερμένου στο σινεμά θεατρικού έργου. Είναι λες και μια θαυμαστή συμφωνική ορχήστρα εμφανίζεται σε μεγαλοπρεπή σκηνή, μ’ έναν ικανότατο διευθυντή που, όμως, κρατά στα χέρια του… παρτιτούρα για άλλη μουσική σύνθεση!

1412 6

Όλο αυτό το σκεπτικό ξενίζει σε αφάνταστο βαθμό εδώ, όταν στην καρέκλα του σκηνοθέτη βρίσκεται ο Τζο Ράιτ, δημιουργός εξαιρετικά φινετσάτων φιλμ («Εξιλέωση»«Anna Karenina»), με τελευταίο δείγμα δουλειάς στο σινεμά το αριστουργηματικό «Η Πιο Σκοτεινή Ώρα». Ο άνθρωπος είναι αυθεντία στις ταινίες εποχής, είναι το είδος του, είναι αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα (από πολλούς άλλους σήμερα). Το «Συρανό ντε Μπερζεράκ» έμοιαζε με σίγουρο στοίχημα, μια ταινία που πρόσμενα να παρακολουθήσω με χαρά. Μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι μιλάμε για μεταφορά της διασκευής σε μορφή… μιούζικαλ, το οποίο έκανε την off-Broadway πρεμιέρα του στα τέλη του 2019, με ίδιο πρωταγωνιστή τον Πίτερ Ντίνκλετζ. Τον γνωστό. Του «Game of Thrones». Ως Συρανό. Ουπς…

Και υπάρχει και το γοητευτικό love interest που εδώ είναι… μαύρος (καταραμένο «diversity»!). Ουπς… Και κάποια στιγμή μπαίνει και το πρώτο τραγούδι της ταινίας. Ουπς…

Γιατί σε μια παραγωγή που φέρνει προς το κλασικό (από κάθε σκοπιά), ενώ χρησιμοποιείς (και) ένα πανέμορφο διάκοσμο φυσικών χώρων σικελικού χωριού (δηλαδή, τηρείς όλο αυτό το «παλιακό» που αγαπάς σαν ύφος), πως πας και «πειράζεις» δήθεν νεωτεριστικά μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου, ξεκινώντας από την αντικατάσταση της χαρακτηριστικής μύτης του ήρωα με τις… σωματικές διαστάσεις του; Κι ας πούμε ότι η ένθεση μαύρων χαρακτήρων σε ταινίες (ή και σειρές) εποχής έχει αρχίσει να συνηθίζεται, πια. Αυτό με τα τραγούδια των (δίδυμων αδελφών) Άαρον και Μπράις Ντέσνερ (της αμερικάνικης μπάντας των The National), σε συνδυασμό με τη σκηνοθετική διαχείριση του Ράιτ, ίσως κλωτσάει πιο άσχημα από το σύνολο των αντιθέσεων τούτου του «Συρανό». Χωρίς τα τραγούδια να είναι άσχημα ή ν’ ακούγονται λάθος από μόνα τους, διατηρούν έναν ξεκάθαρα pop χαρακτήρα, ο οποίος ποσώς δείχνει να ενδιαφέρει τον Ράιτ, ακόμη και σαν φιλμικό tempo! Εννοείται πως δεν περίμενε κανείς να συμπεριφερθεί στο «Συρανό» σαν ένας άλλος Μπαζ Λούρμαν, όμως, δεν είναι δυνατόν να βγάζεις μια τόσο νυσταλέα σεκάνς από ένα τραγούδι δυναμικά ρυθμικό σαν το «I Need More» (ας όψεται η απόπειρα εμπλουτισμού με τη χορογραφία) ή να μην ζωντανεύεις με πάθος ερωτικό τη σεκάνς του «Overcome» (που έδινε τρελό «πάτημα» για πάσες στο μοντάζ). Εκεί δείχνει πόσο έχει χάσει το παιχνίδι ο Ράιτ.

1412 1

Γενικά, σε τούτο το «Συρανό» υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να σε κάνουν να χαζέψεις ή απλά να θαυμάσεις. Το οπτικό μέρος, όπως συνήθως στις ταινίες του Ράιτ, θαμπώνει εικαστικά. Όπως και πολλά από τα κάδρα του φιλμ, με την υποστήριξη του αγαπημένου του dp, Σίμους ΜακΓκάρβεϊ. Για τα κοστούμια μίλησαν ήδη τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας, με οσκαρική υποψηφιότητα για τους Μάσιμο Καντίνι Παρίνι και Τζάκλιν Ντουράν (εκείνη έχει επιμεληθεί την πιο αβανταδόρικη γκαρνταρόμπα της Χέιλι Μπένετ). Πέραν αυτών, το σύνολο του φιλμ είναι κάτι το αξιοπερίεργα άτονο. Όχι πραγματικά κακό, όμως. Λανθασμένο σε επιλογές. Που του κοστίζουν.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Πιστότατο στο πρωτότυπο θεατρικό, με κάποια από τα «ανατρεπτικά» (φευ!) στοιχεία του πρόσφατου μιούζικαλ στο οποίο βασίστηκε να μην κάνουν καλό ταίριασμα εδώ, τούτος ο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» μπορεί να διχάσει τους θεατές που τον έχουν ξαναδεί σε κινηματογραφικές διασκευές του παρελθόντος (αυτή του 1990 είχε αγαπηθεί ιδιαίτερα στη χώρα μας), πόσω μάλλον εκείνους που απεχθάνονται τον… τραγουδιστό διάλογο. Το βρήκα σχεδόν γηραλέο και μουδιασμένο, ειδικά σε συνάρτηση με τα άσματα των The National, οι οποίοι (αν δεν είναι του στυλ μου) έχουν δυο-τρία πραγματικά αξιομνημόνευτα κομμάτια που θα θέλεις ν’ ακούσεις ξανά. Πόσο παράδοξο, ο σκηνοθέτης που τα είχε φέρει βόλτα με πραγματικά μοντέρνο τρόπο και score από τους The Chemical Brothers στο «Hanna» (2011), εδώ να αστοχεί σε βαθμό απογοήτευσης… μέσα στο ίδιο του το «γήπεδο» (του genre)!

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module