ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ - Παναγιώτης Κοτζαθανάσης

Η κινηματογραφική γλαφυρότητα του Αχμάντ Μπαχραμί είναι εμφανής σε όλη την διάρκεια της ταινίας, από έναν καλλιτέχνη που σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον.

Ξεφεύγοντας κάπως από τις νόρμες των τελευταίων Ιρανικών παραγωγών, ο Αχμάντ Μπαχραμί παρουσιάζει έναν πολύ ενδιαφέρων συνδυασμό δυστοπίας και και στοιχείων που θυμίζουν ντοκιμαντέρ, σε έναν τίτλο που κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην Βενετία.

Το σενάριο εκτυλίσσεται σε ένα απομακρυσμένο εργοστάσιο δομικών υλικών που παράγει κυρίως τούβλα με την παραδοσιακή μέθοδο, όπου το εργατικό δυναμικό αποτελείται κυρίως από οικογένειες διαφορετικών εθνοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Ο Εμπραχίμ, ένας Αζέρος, θέλει να παντρευτεί την Γκοχάρ, μία Ιρανή, παρά του σχέδια που έχει για αυτήν ο πατέρας της, Μασεχάντ, οποίος θέλει να επιστρέψει με την οικογένειά του στην γενέτειρά του και να παντρέψει την κόρη του με κάποιον Ιρανό. Ο Σαχού, ένας Κούρδος, γίνεται συχνά αποδέκτης ειρωνικών σχολίων από τον Εμπραχίμ για τον τρόπο που είναι ντυμένος ενώ δουλεύει μαζί με γυναίκες. Ο πατέρας του Σαχού είναι θανατοποινίτης, και η οικογένειά του χρειάζεται λεφτά για να λαδώσει τους κατήγορους ώστε να αποσύρουν την καταγγελία. Η Σαρβάρ είναι μία ανύπαντρη μητέρα με ένα μυστικό. Τέλος, ο Λοτφολάχ, ο επιστάτης, ένας 40χρονος που γεννήθηκε στο εργοστάσιο και δεν έφυγε ποτέ, είναι ερωτευμένος με την Σαρβάρ. Όταν οι εργάτες μαθαίνουν πως το εργοστάσιο θα κλείσει, ο Λοτφολάχ θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει το αντικείμενο του πόθου του.

1386 1

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Το πρώτο περιστρέφεται γύρω από την ομιλία του αφεντικού στους εργάτες, σε ένα ιντριγκαδόρικο «κόλπο» του Μπαχραμί, ο οποίος επαναλαμβάνει την αρχή της ομιλίας επανειλημμένως, επικεντρώνοντας, κάθε φορά, σε ένα συγκεκριμένο γκρουπ, παρουσιάζοντας το παρελθόν των μελών του σε ξεχωριστά κεφάλαια. Το κάθε κεφάλαιο ακολουθεί το ίδιο μοτίβο, με τον Λοτφολάχ να ενημερώνει το κάθε γκρουπ πως το αφεντικό θέλει να τους μιλήσει, μία συζήτηση στο γραφείο όπου οι εργάτες αναφέρουν τα προβλήματα τους και το αφεντικό υπόσχεται, κάπως αφηρημένα, πως θα τους βοηθήσει, ενώ λίγο πριν αποχωρήσουν, όλοι αναφέρονται σε κάποιον συνάδερφο κυρίως για αρνητικούς λόγους, και κυρίως τον Λοτφολάχ και πως ευνοεί την Σαρβάρ. Κάθε κεφάλαιο τελειώνει με μια αλλαγή πλάνου που δείχνει την Σαρβάρ να δουλεύει.

Το στυλ της συγκεκριμένες επανάληψης είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της αφήγησης, καθώς ο Μπαχραμί χρησιμοποιεί τον κοινό τόπο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) των διαφορετικών χαρακτήρων για να παρουσιάσει μια σειρά κοινωνικών και φιλοσοφικών σχολίων. Ο ρατσισμός και η προκατάληψη, που προκύπτουν κυρίως από τις διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες των πρωταγωνιστών και την άποψή τους για το αλκοόλ, τις εξωσυζυγικές σχέσεις και άλλα παρόμοια θέματα, είναι τα πιο προφανή, και οι λόγοι που η βία μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Η παράδοση και ο τρόπος που έχει δώσει την θέση της στο μοντέρνο αναφέρεται, επανειλημμένως, σε σχέση με την μοίρα του χρεωκοπημένου εργοστασίου, σε μία δριμεία κριτική που δείχνει πως ολόκληροι τρόποι ζωής εξαφανίζονται προς όφελος της ταχύτητας και της αποδοτικότητας. Ο τρόπος που το αφεντικό χειραγωγεί τους πάντες είναι ένα γενικότερο σχόλιο ενάντια στην ιδιοκτησία και το κεφάλαιο, και την σχέση τους με τους εργάτες, με τον Μπαχραμί να τον παρουσιάζει με τρόπο που θυμίζει «Νονό» και τον Φαρόκχ Νεματί να δίνει μια εντυπωσιακή παράσταση στον ρόλο.

1386 2

Το αντίκτυπο όλων των παραπάνω ιδεών συνοψίζεται στον Λοτφολάχ, που αποδεικνύεται η πιο τραγική φιγούρα από όλες, με την κατηφορική πορεία του, η οποία μάλιστα προκύπτει από αγάπη και αφοσίωση, να καταλαμβάνει το δεύτερο μέρος της ταινίας, μετά το τέλος της ανακοίνωσης του αφεντικού. Η τραγικότητα που τον περιβάλλει, και ο τρόπος που καταφέρνει, πάντοτε, να παραμένει ήρεμος, και μετά από ένα σημείο, άκρως αποφασιστικός, προκρίνεται ως ένα ακόμα εντυπωσιακό στοιχείο της ταινίας, με τον Μπαχραμί να δείχνει ιδιαίτερη στοργή στον χαρακτήρα του και τον Αλι Μπαγκχερί να είναι εξαιρετικός στον ρόλο. Σε μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση, η Σαρβάρ περικλείεται από ένα μυστήριο που την κάνει να μοιάζει femme fatale, αν και ουσιαστικά άθελά της, με την Μαχντί Νασσάζ να διαθέτει τόσο την εμφάνιση όσο και την υποκριτική ικανότητά να ενσαρκώσει έναν τέτοιο ρόλο στο έπακρο.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Μασούντ Αμινί Τιρανί χρησιμοποιεί ασπρόμαυρο φιλμ και λόγο διαστάσεων Ακαδημίας για να δώσει στην ταινία μία δυστοπική αίσθηση που ταιριάζει απόλυτα με την γενικότερη αφήγηση, ενώ ο αέρας και η σκόνη λειτουργούν τόσο ως οπτικό όσο και ηχητικό υπόβαθρο. Το καδράρισμα και η εκτενής χρήση ντόλι δουλεύει επίσης πολύ καλά, αν και μερικά πλάνα θα μπορούσαν να ήταν συντομότερα, και κατά συνέπεια, κάποιες επιλογές στο μοντάζ της Σάρα Γιαβανί, πιο οικονομικές. Σε γενικές γραμμές όμως, η δουλειά της είναι πάρα πολύ καλή, κυρίως όσον αφορά τον ρυθμό της ταινίας.

Η «Έρημη Χώρα» έχει κάποιες στιγμές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υπερβολικά «art-house», αλλά η κινηματογραφική γλαφυρότητα του Αχμάντ Μπαχραμί είναι εμφανής σε όλη την διάρκεια της ταινίας, από έναν καλλιτέχνη που σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον.

Παναγιώτης Κοτζαθανάσης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα asianmoviepulse.com

Smart Search Module