ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ, ΤΟ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Τα τέρατα δεν λείπουν ποτέ από τις ταινίες του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. Από τις τεράστιες κατσαρίδες που απειλούσαν την Νέα Υόρκη στο «Mimic», μέχρι την οσκαρική «Μορφή του νερού» και με ενδιάμεσους σταθμούς τον υπέροχο «Λαβύρινθο του Πάνα» και το «Hellboy» της MarvelComics, τα τέρατα ανέκαθεν συνάρπαζαν τον Μεξικανό σκηνοθέτη. Δεν λείπουν ούτε από την τελευταία ταινία του, ένα καθαρόαιμο νουάρ όμως αυτή την φορά ο σκηνοθέτης εστιάζει βαθύτερα στο χειρότερο όλων των τεράτων, το ανθρώπινο τέρας, την άρρωστη ψυχή του κεντρικού ήρωα της ιστορίας, ενός λούμπεν τυχοδιώκτη της εποχής του αμερικανικού οικονομικού κραχ, με σκοτεινό παρελθόν και όπως όλα δείχνουν, από την στιγμή που πατά το πόδι του σε έναν περιπλανώμενο θίασο ψυχαγωγίας, ακόμα σκοτεινότερο μέλλον.

Μπορεί ο Στάντον Κάρλαϊλ (Μπράντλεϊ Κούπερ) να μην μιλά πολύ –τον βλέπουμε να ανοίγει για πρώτη φορά το στόμα του αφού περάσει το πρώτο τέταρτο της ταινίας- αλλά με όρεξη αρπαχτικού παρατηρεί τα πάντα γύρω του. Μαθητεύει δίπλα σε έναν ξεπεσμένο, αλκοολικό «μάγο» του πνευματισμού (Ντέιβιντ Στράδερν), μαθαίνει όλα τα μυστικά του επαγγέλματος από τον «καλλιτεχνικό διευθυντή» του θιάσου (Γουίλεμ Νταφόε), παρασύρει στο διάβα του την Μόλι (Ρούνεϊ Μάρα) μια αθώα εργαζόμενη του θιάσου που τον ερωτεύεται. Δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο της κατάστασης, παρότι η συμπεριφορά του είναι ύποπτη και κανείς δεν δείχνει να τον εμπιστεύεται ολοκληρωτικά. «Είσαι ένα ίσως» του λέει μια «μάγισσα» του θιάσου (Τόνι Κολέτ). «Δεν υπάρχει ελπίδα με τους ίσως».

1383 2

Ο Ντελ Τόρο κάνει μικρά θαύματα στο περιβάλλον του θιάσου: ο πλασματικός κόσμος του φτηνού, λαϊκού θεάματος που κτίζει με την συνδρομή των σκηνογράφων Ταμάρα Ντεμερέλ, Μπραντ Γκόρντον και Σον Σιό και του διευθυντή φωτογραφίας Νταν Λάουστσεν αγγίζει σχεδόν τα όρια του μεταφυσικού, γοητευτικά νοσηρός, φανταχτερά τρομαχτικός. Και όλοι οι β’ ρόλοι των εργαζομένων στον καρνάβαλο έχουν ξεχωριστή υπόσταση, μια πινακοθήκη ασυνήθιστων μορφών στο μεταίχμιο του γκροτέσκου και του πέρα για πέρα αληθινού (εκτός από τους προαναφερθέντες μνεία θα πρέπει να γίνει επίσης στον «μασίστα» του Ρον Πέρλμαν και τον νάνο του Μαρκ Ποβινέλι).

Ωστόσο αυτός ο κόσμος του μακιγιάζ και των πλαστών τεράτων θα είναι νηπιαγωγείο μπροστά σε αυτά που στροβιλίζονται στο τερατώδες μυαλό του Στάντον και που θα αρχίσουν να παίρνουν σάρκα και οστά στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν δύο χρόνια αργότερα, μαζί με την Μόλι θα βρεθεί  στα artdecoσαλόνια και στα πολυτελή καμπαρέ της πόλης ακολουθώντας την δική του διαδρομή ως σταρ του πνευματισμού. Στο δεύτερο μέρος ο Στάντον θα κολυμπήσει σε βαθιά νερά αντιμέτωπος με μια ψυχολόγο που αντιλαμβάνεται την νοσηρή φύση του και για τους δικούς της λόγους θέλει να την εκμεταλλευτεί. Η έξοχη αυτή femmefataleτης Κέιτ Μπλάνσετ, ένα κράμα από Βερόνικα Λέικ και Λάνα Τέρνερ, φτιάχνει ένα ιδιότυπο ντουέτο με τον Κούπερ και το α λα Κλαρκ Γκέιμπλ μουστάκι του, κάτω από το οποίο κρέμεται διαρκώς ένα τσιγάρο.

Εμπνευσμένο από ένα μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Λίντσεϊ Γκρέσαμ το «Μονοπάτι των χαμένων ψυχών» – που έχει γυριστεί ξανά για το σινεμά το 1946 από τον Εντμουντ Γκάουλντινγκ – μιλά για τον εφιάλτη που ορισμένες φορές βρίσκεται κρυμμένος πίσω από το αμερικανικό όνειρο, η κατάκτηση του οποίου μπορεί όντως να θρέψει τέρατα. Μιλά όμως και για μια από τις χειρότερες περιόδους της αμερικανικής Ιστορίας όπου όλα έμοιαζαν θολά και  δυσνόητα, όταν το καλό θαρρείς ότι δεν υπήρχε καν ως έννοια (με την εξαίρεση της Μόλι δεν υπάρχει ούτε ένας χαρακτήρας με καλοσύνη στην ταινία). Το κακό κυριαρχεί παντού σαν να λέει ο Ντελ Τόρο, όχι όμως ηθικολογώντας εναντίον του – απλώς καταγράφοντάς το με πολύ επμνευσμένο, χορταστικό τρόπο.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module