ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ - Ηλίας Φραγκούλης

Η ζωή της οικογένειας Μπαλτατζή κλονίζεται τραγικά από τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό του Μουσταφά Κεμάλ, το 1922.

Δεν ανήκω στην κατηγορία των θεατών (διότι αυτό είμαι πρωτίστως) που μπορούν να συγκινηθούν ή θα τους ενδιέφερε ένα τέτοιο έργο. Δεν ταυτίζομαι με μια βαθύτερη έννοια της λέξης «πατρίδα», αλλά με αφορά η λέξη «μνήμη». Το «Σμύρνη μου Αγαπημένη» προσεγγίζει αυτές τις δύο λέξεις και με φροντίδα τις μετατρέπει σε κινηματογραφική εμπειρία που έχει σκοπό να διδάξει (με την καλή έννοια) Ιστορία και να κρατήσει μία θέση στη φιλμική αιωνιότητα του τόπου μας (έστω) ως δουλειά μεγέθους που ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει ξαναδεί ποτέ.

1351 4

Είναι τεράστια Οδύσσεια το να γυρίσει κανείς ταινία περιόδου στη χώρα μας και εδώ δεν χωρούν κυνισμοί. Έχοντας αποκτήσει καλό όνομα στην αγορά με την «Ευτυχία» (2019) του Άγγελου Φραντζή και την ταμειακή της επιτυχία (που ήταν και καλλιτεχνική, ειλικρινά), η ομάδα παραγωγής της Tanweer μπήκε σε ακόμη πιο βαθιά νερά κι επιχείρησε να μεταφέρει στο σινεμά το θεατρικό grand succès της Μιμής Ντενίση, έργο γραμμένο από την ίδια (σε συνεργασία με τον Μάρτιν Σέρμαν για τούτη τη σεναριακή διασκευή). Το συγκεκριμένο genre, βέβαια, είναι ιδιαίτερα ζόρικο. Γιατί: α) είναι τρομακτικά κοστοβόρο και β) ο καθένας μπορεί να συγκρίνει το κινηματογραφικό αποτέλεσμα με άλλες αντίστοιχες παραγωγές του εξωτερικού που είναι ικανές να σε… βυθίσουν στην ντροπή επειδή τόλμησες ακόμη και να το σκεφτείς! Με απλά λόγια, για να γίνει κάτι απόλυτα σοβαρό, ένα φιλμ αυτού του είδους χρειάζεται τόσο μεγάλο budget που δεν πρόκειται να ισοφαρίσει από τα ντόπια ταμεία… στον αιώνα τον άπαντα! Έτσι, στα μέρη μας, περιορίζουμε τις προσδοκίες της παραγωγής στο πλαίσιο της… καλής προσπάθειας. Με αυτό το σκεπτικό, το «Σμύρνη μου Αγαπημένη» είναι ότι πιο τίμιο και σωστό έχουμε δει μέχρι σήμερα στο ελληνικό σινεμά. Για την ακρίβεια, δεν μιλάμε για προσπάθεια, αλλά για άθλο (πόσω μάλλον και μέσα στο λιγοστό χρονικό διάστημα μηνών που είχαν στη διάθεσή τους όλοι οι συντελεστές της ταινίας, με επιπλέον σκόπελο την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού).

Ακόμη και χωρίς κάποιες τέτοιες «δικαιολογίες», πάντως, το φιλμ που υπογράφει ο Γρηγόρης Καραντινάκης στέκεται στο ύψος του και σίγουρα θα ικανοποιήσει ένα πιο μαζικό / λαϊκό κοινό, προσφέροντάς του ποιότητα θεάματος που δε συγκρίνεται με το τηλεοπτικό προϊόν το οποίο έχει συνηθίσει να καταναλώνει εδώ και χρόνια (για να χρησιμοποιήσω το πλέον πρόσφατο παράδειγμα λαοφιλούς σειράς, θα ονομάτιζα τις «Άγριες Μέλισσες»). Εδώ μιλάμε για όγκο δουλειάς που «αποτυπώνεται» μονάχα σε μεγάλη, κινηματογραφική οθόνη. Η ταινία ξεκινά από τη Μυτιλήνη του 2015, με μία ηλικιωμένη γυναίκα η οποία μιλά αγγλικά, μα προδίδει την ελληνική της καταγωγή, βαθύτατα συγκινημένη από το δράμα των σημερινών προσφύγων που καταφθάνουν στα ελληνικά νησιά με την ελπίδα της διάσωσης και της συνέχισης της ζωής τους… στον όποιο ειρηνικό τόπο στον κόσμο. Η γιαγιά Φιλιώ (Τζέιν Λαποτέρ) είναι απόγονος της οικογένειας Μπαλτατζή, ελαιοπαραγωγών εύπορων από τη Σμύρνη, οι οποίοι ξεκληρίστηκαν το 1992 και οι επιζώντες της έφτασαν μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρουσία αυτής της γυναίκας σαφέστατα παραπέμπει στην ηλικιωμένη Ρόουζ του «Τιτανικού» (1998) και ένα βιβλίο συνταγών της γιαγιάς της από τη Σμύρνη, το οποίο στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα προσωπικό ημερολόγιο, θα μας συστήσει τον χαρακτήρα που υποδύεται στο παρελθόν η Μιμή Ντενίση, ώστε να γίνει ο βασικός αφηγητής της ιστορίας τούτου του φιλμ.

Ο τρόπος που το σενάριο των Ντενίση και Σέρμαν διαχειρίζεται το μυθοπλαστικό story της ανθρώπινης τραγωδίας της οικογένειας Μπαλτατζή, ισορροπώντας την ανάμεσα στην Ιστορία και την πολιτική, είναι αξιοπρόσεκτος. Μπορεί η πορεία των μελών της να είναι σχετικά σχηματική ή προβλέψιμη (οι συνήθεις «κατηγόριες» που βαραίνουν τα μελοδράματα), όμως, το background εδώ είναι ουσιαστικό, στιβαρό και είναι εκείνο που αφορά και θα στεναχωρήσει… αληθινά, καθώς η προσέγγιση δεν «ωραιοποιεί» τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταστροφή της Σμύρνης. Το έργο παίρνει το θάρρος και μιλά ή υπενθυμίζει ιστορικά στοιχεία μιας σειράς (πολιτικών) εγκλημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν και βαραίνουν την ελληνική πλευρά, καταλήγοντας στην τραγωδία της σφαγής που η ταινία του Καραντινάκη οπτικοποιεί στα όρια του ανεκτού για τον μέσο θεατή, αλλά με μία εσωτερική συναισθηματική φόρτιση της σκέψης του πόσο πιο αιματηρή και βάναυση θα ήταν η πραγματικότητα.

1351 1

Ο Καραντινάκης δεν έχει σκηνοθετήσει κάτι το απαραίτητα «ακαδημαϊκό», βγάζει επαγγελματική συνέπεια και σωστή εκτέλεση σε σχέση με τους στόχους της παραγωγής. Κουμαντάρει την βαρύτητα της τελευταίας, δεν επιχειρεί να λειτουργήσει με όρους «δημιουργού». Αυτή η «πνοή» λείπει σαν αίσθηση από την ταινία (ας πάρουμε σαν καλό παράδειγμα το πρώτο πλάνο των opening credits, που ξαφνιάζει, μα δε βρίσκει αντίστοιχό του στη συνέχεια), όμως συχνά κάνει την εμφάνισή της μία… χείρα βοηθείας σημαντικότατη (ενίοτε και σωτήρια), εκείνη της ποιότητας της δουλειάς του dp Σίμου Σαρκετζή, ο οποίος εδώ και χρόνια έχει δείξει (κι έχει πείσει για) την ικανότητά του, να εγκλιματίζεται στο ύφος και τις ξεχωριστές απαιτήσεις του κάθε φιλμ (και genre). Από τα αποσπάσματα των «παλιοκαιρίσιων» ντοκουμέντων της εποχής (επικροτώ την επιλογή της τετραχρωμίας εδώ) που τρέχουν με «σπασμένα» καρέ στο δευτερόλεπτο, μέχρι το vintage «glow» αισθητικής του ’70 και το πάντρεμα της «μαυρίλας» της κάπνας με τα φλογερά χρώματα του ολοκαυτώματος της Σμύρνης, αλλά και την κοσμοπολίτικη λάμψη της ευδαιμονίας του πριν, το «Σμύρνη μου Αγαπημένη» λειτουργεί χάρη στην εικόνα που «πουλάει». Εκεί παίζουν ρόλο και οι production designers (Ηλίας Λεδάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος και Μιχάλης Σαμιώτης) και η ενδυματολόγος Φωτεινή Δήμου και τα οπτικά εφέ της ομάδας του Αντώνη Κοτζιά, που συμπληρώνουν ένα συνολικά ευπρόσωπο (το λιγότερο που μπορώ να πω) καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Ο Μάκης Γαζής, ο casting director της ταινίας, είναι ακόμα ένας άνθρωπος που αξίζει ξεχωριστής αναφοράς. Από χαρακτήρες κύριους, μέχρι δευτερεύοντες ή και φάτσες των λίγων σκηνών, το καστ (πολυπληθούς αριθμού ηθοποιών που δε σκάνε σαν «τσόντα» στην οθόνη) υπηρετεί το έργο σε μία κοινή γραμμή και το κρατά σε υψηλό επίπεδο. Σαφώς υπερτερεί σε εντυπώσεις ο Χαλίλ του Μπουράκ Χακί, ο οποίος όχι απλά «γράφει», αλλά και βγάζει συναίσθημα αβίαστα, ερμηνεύοντας έναν χαρακτήρα συγκρουσιακά βασανισμένο εσωτερικά. Άλλη κερδισμένη είναι η Ζαχαρούλα της Κατερίνας Γερονικολού, που ξεχνά τις μανιέρες της ingénu πρωταγωνίστριας και προσγειώνεται σε απαιτήσεις καρατερίστα με καλύτερα αποτελέσματα (από οτιδήποτε άλλο την έχουμε δει έως τώρα στο σινεμά).

1351 5

Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αναζητήσουμε αρνητικά πράγματα στην ταινία του Καραντινάκη. Έχοντας βασανιστεί κυριολεκτικά από τερατώδεις «προσπάθειες» ντόπιων φιλμ σε τούτο το genre στο παρελθόν (λίγο browsing στο FREE CINEMA και σε παρελθούσες κριτικές, μπορεί να προκαλέσει μόνο θυμό ή έντονα γέλια…), ομολογώ πως η παρακολούθηση της «Σμύρνης» δεν με ταλαιπώρησε καθόλου (μονάχα στη δεύτερη φορά αισθάνθηκα ότι το tempo σήκωνε μια κάποια διορθωτική «κοπτοραπτική»). Ενστάσεις; Η διαχείριση των σκηνών πλήθους στα γενικά της αποβάθρας της Σμύρνης που φλεγόταν (στα νυχτερινά πλάνα, τα εφέ βοηθούν) και το επίσης γενικό των έφιππων Τούρκων στην επαρχία (που υποτίθεται πως δίνει μία αίσθηση απειλής), είχαν ανάγκη από περισσότερους κομπάρσους. Και από τις συνθέσεις του Ανδρέα Κατσιγιάννη απουσιάζει το main theme, εκείνο που θα συνόδευε το φιλμ σε πολλές και διαφορετικές variations, ώστε ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη του θεατή και να το πάρει μαζί του βγαίνοντας από την αίθουσα. Δυστυχώς, μια τέτοια μελωδία δεν υφίσταται εδώ. Επίσης, μου έλειψε ένας επίλογος με τη Φιλιώ του σήμερα, για να κλείσει ιδανικά την αφήγηση. Αλλά, και πάλι, αυτά είναι μάλλον μικρά «πταίσματα».

Θεωρώ πως δεν θα ξαναδούμε εύκολα τέτοια παραγωγή και ταινία περιόδου στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι εποχές αλλάζουν, το κοινό που θα μπορούσε να στηρίξει με την προσέλευσή του τέτοια έργα (και θεματικές) γερνά και μάλλον θα χαθεί ανεπιστρεπτί. Μακάρι να γινόταν (ή να προλαβαίναμε) κι ένα βήμα παραπάνω από το «Σμύρνη μου Αγαπημένη» στο μέλλον. Για το παρόν, όμως, αυτό είναι το καλύτερο δυνατόν. Τίμια και ξεκάθαρα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Είναι πραγματικά άδικο που το «Σμύρνη μου Αγαπημένη» έρχεται στους κινηματογράφους σε μια περίοδο όπου ο φόβος και το θανατικό κυριαρχούν, αποτρέποντας μεγάλη μερίδα θεατών ν’ αναζητήσει την ψυχαγωγία στα σινεμά. Υπό άλλες συνθήκες, χωρίς τον COVID-19, η ταινία του Γρηγόρη Καραντινάκη θα γινόταν το ελληνικό αντίστοιχο του «Τιτανικού» σε προσέλευση κοινού. Μια εμπορική επιτυχία που δεν θα είχε προηγούμενο στη δική μας αγορά! Διότι δεν έχει ξαναγίνει τέτοια δουλειά στα μέρη μας. Ακόμη και ο πιο σκληρός επικριτής του φιλμ, θα έπρεπε να ντρέπεται αν δεν παραδεχτεί πως έγινε μια τεράστια, τίμια προσπάθεια, με αποτελεσματικό συντονισμό, που σέβεται τον θεατή. Κάτι σαν επιτομή του mainstream θεάματος στο συγκεκριμένο είδος σινεμά (και για το – λαϊκό – κοινό στο οποίο απευθύνεται). Εάν ο μόνος αντίλογος που έχει να κάνει το… αντίπαλο «μέτωπο» είναι το να ειρωνεύεται τη Μιμή Ντενίση (για οτιδήποτε κάνει), λυπούμαι, αυτό δε στέκει ως επιχείρημα. Και, στην τελική, θίγει το επίπεδό των εκπροσώπων του, όχι την ίδια.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module