SCREAM - Γιάννης Καντέα Παπαδόπουλος

Τα γνώριμα από παλιά κόλπα είναι και πάλι εδώ, εκτελεσμένα μάλιστα με σαρδόνια ευστοχία και αυτοσαρκαστικό meta χιούμορ, δίνουν όμως στην ταινία ύφος βαριεστημένης 90s νεκρανάστασης και όχι μοντέρνου ανατριχιαστικού horror μύθου.

Να, λοιπόν, που ήρθε η ώρα και του μασκοφόρου δολοφόνου Ghostface να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη, μαζί με το horror franchise που απέδειξε πριν από 25 χρόνια πως η μεταμοντέρνα ειρωνεία είναι ανατριχιαστικά κουλ. Στα τέλη των 90s, το "Scream", με τον δεξιοτέχνη του τρόμου Γουές Κρέιβεν πίσω από την κάμερα, διεύρυνε την γκάμα του είδους, παραδίδοντας απόλυτα ψυχαγωγικό και πολυεπίπεδα ικανοποιητικό σινεμά: από το ρηξικέλευθο στις ιδέες του σενάριο και την απενοχοποιημένη επιτήδευση (σε gore και χιούμορ) μέχρι τους διαπεραστικά πειστικούς φόνους και τις ανατρεπτικές αποκαλύψεις του αληθινού προσώπου του Ghostface. Το "Scream" ήταν μια ταινία που λειτουργούσε σαν ένα μακάβριο παιχνίδι στο οποίο συμμετείχε άφοβα το κοινό, γι’ αυτό και το κέρδισε με το… μαχαίρι του.

1377 4

Στο νέο κεφάλαιο, ο Ghostface επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος για να μακελέψει φρέσκα θύματα, αλλά και να λύσει εκκρεμότητες με το παρελθόν. Η επανεμφάνισή του ενεργοποιεί τo comeback του "απέθαντου θύματος" Σίντεϊ (Νιβ Κάμπελ) και της δημοσιογράφου Γκέιλ Γουέδερς (Κόρτνεϊ Κοξ), οι οποίες επιδιώκουν να κατατροπώσουν μια και καλή τη νέμεσή τους με τη βοήθεια των νέων ηρώων που ο αιμοδιψής σίριαλ κίλερ έχει βάλει στο στόχαστρο.

Τα γνώριμα από παλιά κόλπα είναι και πάλι εδώ, εκτελεσμένα μάλιστα με σαρδόνια ευστοχία και αυτοσαρκαστικό meta χιούμορ. Ωστόσο σύντομα αποκτούν ύφος 90s νεκρανάστασης, δίχως τα στοιχεία που θα εκμοντέρνιζαν στ’ αλήθεια το "Scream" (οι ήρωες σχεδόν αγνοούν το ίντερνετ), ενώ η αυτοαναφορικότητά του καταντά ασφυκτική. Κι όταν με όρους… Scooby-Doo λυθεί το μυστήριο, το φινάλε σε αφήνει με ανασηκωμένους ώμους να ψελλίζεις βαριεστημένα: "ok, boomer".

Γιάννης Καντέα Παπαδόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα athinorama.gr

Smart Search Module