WEST SIDE STORY - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Αν κινηματογράφος σημαίνει, πάνω απ’ όλα κίνηση και θέαμα, τότε ο κινηματογράφος του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το καλύπτει εκατό τοις εκατό. Σε όποιο κινηματογραφικό είδος και αν στράφηκε, είτε αυτές είναι σύγχρονες περιπέτειες («Μονομαχία», 1971), είτε περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας («Στενές επαφές τρίτου τύπου», 1977, «Ε.Τ. ο εξωγήινος», 1982, «Α.Ι. Τεχνητή νοημοσύνη», 2001, «Minority Report», 2002, «Ο πόλεμος των κόσμων», 2005), είτε πολεμικές περιπέτειες («Η λίστα του Σίντλερ», 1993, «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν», 1998), το θέαμα, μαζί με την κίνηση, και πάνω από όλα τη δράση, βρίσκονται πάντα στο επίκεντρό τους. Γι’ αυτό, κάποια στιγμή, ο Σπίλμπεργκ δεν μπορούσε παρά να στραφεί και στο μιούζικαλ, μια και τα χορευτικά είναι ένα θέαμα εντελώς ξεχωριστό, με τη δική του εντυπωσιακή κίνηση και ομορφιά.

Αν, μάλιστα, στις ταινίες του Ιντιάνα Τζόοουνς έκανε φόρο τιμής στα παλιά σίριαλ της Ρεπάπλικ, με τις δυνατότητες, βέβαια, που του πρόσφερε μια υπερπαραγωγή, σ’ αυτό το «Γουέστ Σάιντ Στόρι» δεν κάνει μόνο φόρο τιμής στο παλιό, ανεπανάληπτο, βραβευμένο με 10 Όσκαρ, αριστούργημα του Ρόμπερτ Γουάιζ (1961), με τα εξαίρετα χορευτικά του Τζερόμ Ρόμπινς, αλλά και γενικότερα στο κλασικό αμερικανικό μιούζικαλ, με ενδιάμεσες αναφορές ακόμη και στα γεωμετρικά μιούζικαλ του Μπάσμπι Μπέρκλεϊ.

Ο Σπίλμπεργκ είναι αναμφισβήτητα ένας τέλειος τεχνίτης, και με τη βοήθεια το ίδιο εξαίρετων με αυτόν συνεργατών, όπως ο συνθέτης του αρχικού θεατρικού μιούζικαλ Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, ο διευθυντής φωτογραφίας, Γιάνους Καμίνσκι, ο χορογράφος Τζάστιν Πεκ (που δεν ξέφυγε από τη γραμμή που χάραξε ο Τζερόμ Ρόμπινς) και ο σεναριογράφος Τόνι Κούσνερ, έφτιαξε ένα θέαμα που δεν μπορεί παρά να παρασύρει τον θεατή με την όλη ενέργεια του, την αχαλίνωτη ορμή του, τον δοσμένο με φρενίτιδα ρυθμό του, τα εντυπωσιακά ντεκόρ και τα χρώματα του, αλλά και τη ζωντάνια, και το πάθος με τα οποία ερμηνεύουν τους ρόλους τους οι νεαροί βασικά πρωταγωνιστές του – αξίζει μάλιστα να αναφέρω πως τη φορά αυτή για τους Πορτορικανούς χαρακτήρες, μαζί και την πρωταγωνίστρια του, ο σκηνοθέτης επέλεξε Λατίνους πράγματι ηθοποιούς που δίνουν μια αυθεντική νότα στην ιστορία του σύγχρονου Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.

Η ιστορία είναι απλή. Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Νέας Υόρκης, με υπό κατάρρευση κτίρια, που προετοιμάζεται για αναβάθμιση, για να δώσει τη θέση της στο σημερινό πολιτισμικό Lincoln Center, ανταγωνίζονται για τον έλεγχο της δυο συμμορίες νεαρών: εκείνη των Τζετ, που εκπροσωπούν τη λευκή κοινότητα, νεαροί με επικεφαλής τον Ριφ (Μάικ Φάιστ), κι εκείνη των Καρχαριών, με επικεφαλής τον Μπερνάρντο (Ντέιβιντ Αλβαρέζ), που προστατεύει τις εξαθλιωμένες, καταπιεσμένες από τους λευκούς, συχνά θύματα της συμμορίας των Τζετ, οικογένειες των Πορτορικανών.

Τις επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις, που η λευκή αστυνομία της περιοχής προσπαθεί να περιορίσει και να ελέγξει, θα ταράξει η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα παλιό, αναμορφωμένο μέλος των Τζετ, τον Τόνι (Άνσελ Έλγκορτ) και την αδερφή του Μπερνάρντο, Μαρία (Ρέιτσελ Ζέγκλερ), που ο Τόνι γνωρίζει σε μια χορευτική βραδιά που διοργανώνει η σχολή της περιοχής σε μια προσπάθεια να φέρει κοντά τις δυο κοινότητες, με τους δυο πρωταγωνιστές να δείχνουν εξαιρετικές ερμηνευτικές ικανότητες.

Αν και αρχικά έχουμε την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με τις δυο συμμορίες να θυμίζουν εκείνες των Καπουλέτων και των Μοντέγων, ο Σπίλμπεργκ, χάρη στο σενάριο του Κούσνερ, μετέφερε την ιστορία του σε μια σύγχρονη Νέα Υόρκη, προβάλλοντας τις σημερινές φυλετικές διαφορές και ταραχές, και αναπτύσσοντας περισσότερο τους δυο βασικούς του χαρακτήρες, δίνοντας ένα παρελθόν και στους δυο: με τον Τόνι να έχει, ύστερα από ένα σχεδόν χρόνο, αποφυλακιστεί (παραλίγο να δολοφονούσε ένα νεαρό παιδί) και να έχει αλλάξει ζωή μακριά από τους Τζετ, βρίσκοντας δουλειά στο μαγαζί της συμπονετικής Βαλεντίνα (επιστροφή μιας από τις παλιές πρωταγωνίστριες της ταινίας του Γουάιζ, Ρίτα Μορένο, σε ένα ρόλο έξυπνα αναπτυγμένο ειδικά γι’ αυτήν) και με την Μαρία, να έχει φροντίσει για πέντε χρόνια τον άρρωστο πατέρα της πριν έρθει στη Νέα Υόρκη για να ζήσει κοντά στον αδερφό της – υπέρ του πως, για μεγαλύτερη αυθεντικότητα, αφήνει κάπου-κάπου τους Πορτορικανούς του να μιλάνε τη γλώσσα τους χωρίς να τη μεταφράζει.

Το μόνο που ίσως θα μπορούσε να κατακρίνει κανείς τον Σπίλμπεργκ είναι πως δεν αφήνει την κάμερα του να πλησιάσει πολύ τα πρόσωπα του, να συμμετέχει και να συμπάσχει μαζί τους στα πάθη και τους αγώνες τους, προτιμώντας να παρακολουθεί από μακριά τα δρώμενα (ακόμη και την ωραία σκηνή στο μπαλκόνι της σύγχρονης Ιουλιέτας, προτιμά να την κλείσει από μακριά, σε ένα πολύ μακρινό πλάνο), με την κάμερα του να τρέχει μαζί και πίσω από τα πρόσωπα του, συχνά με ένα εκπληκτικό μουσικό ρυθμό (όπως στη σεκάνς της αρχής, με τους Τζετ να βγαίνουν από τα χαλάσματα, να συναντούν και τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, να προχωρούν αρχικά αργά στους δρόμους, με τα βήματα τους να αποκτούν σταδιακά χορευτικό ρυθμό). Με ένα ρυθμό και ένα συνεχές σαρωτικό πέρασμα της κάμερας πάνω από πρόσωπα, χώρους και εντυπωσιακά χορευτικά κομμάτια, που μόνο η μεγάλη οθόνη μπορεί να αναπλάσει την ομορφιά και το μεγαλείο τους.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module