ΛΟΥΓΚΕΡ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Με μικρά παιδιά να παίζουν καουμπόηδες και Ινδιάνους στην Κρήτη του 1958, και με ένα από αυτά να συνεχίζει να κυνηγάει και να πυροβολεί πουλερικά με αληθινό όπλο (όπως θα μάθουμε αργότερα του πατέρα του) αρχίζει η ταινία «Λούγκερ» του Κώστα Χαραλάμπους («Δεμένη κόκκινη κλωστή»). Για να συνεχιστεί, με ένα από τα παιδιά, τον Κώστα, το παιδί με το όπλο, μεγάλο πια, 25 χρόνια αργότερα, να μεταφέρεται τραυματισμένος στο νοσοκομείο.

Στο νοσοκομείο, ανάμεσα στις «επιθέσεις» ενός διπλανού ασθενή, φαινομενικά αγροίκου τσαγκάρη, και τις αναμνήσεις, σε φλας-μπακ, του Κώστα, γιου του Παύλου Αγγελιδάκη, παρακολουθούμε την πορεία της οικογένειας Αγγελιδάκη, μιας ισχυρής, αυτοδημιούργητης οικογένειας της Κρήτης, που καταπιάστηκε με το εμπόριο πετρελαίου, και που μέσα από αυτή ο σκηνοθέτης δίνει και μια εικόνα της μετά την κατοχή και τον εμφύλιο Ελλάδας που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ορθοποδήσει.


Ξεκινώντας από τα πρώτα, βουτηγμένα στη φτώχια και τη στέρηση που ακολούθησαν μετά την Κατοχή, περνάμε στα χρόνια της ανοικοδόμησης και της οικονομικής ανάπτυξης για να φτάσουμε στον πλήρη εκδημοκρατισμό της δεκαετίας του ’80, στην οποία καταλήγει η ταινία, για να μας δώσει και το παρασκήνιο πίσω από την όλη ανάπτυξη, με τα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, μαζί και τους κρυφούς έρωτες μελών της, που θα οδηγήσει στην αποξένωση τους, σε σκηνές που θα μπορούσαν, πιστεύω, όπως κι εκείνες του υπερβολικά μελοδραματικού φινάλε, να ειπωθούν σε λιγότερο από τα 127 λεπτά που διαρκεί η ταινία.

Βασικά, Εκείνο που προσπάθησε να κάνει ο Χαραλάμπους είναι να μας δώσει την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, τοιχογραφία που στήνει αρκετά πειστικά, με ωραία ντεκόρ και γενικά μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα (στην οποία βοηθά και η ωραία φωτογραφία της Κατερίνας Μαραγκουδάκη), με την υποβλητική μουσική του Κώστα Χαριτάτου, αν και με διαλόγους συχνά τυποποιημένους και παρατραβηγμένους, και με καλύτερες σκηνές εκείνες που εκτυλίσσονται στην Κρήτη του 1958, αντίθετα με τις σύγχρονες σκηνές (όπως εκείνες των ερωτικών σχέσεων των μελών της) που δεν ξεχωρίζουν από πολλές άλλες που βλέπουμε και σε πετυχημένα τηλεοπτικά σίριαλ. Από την ταινία δεν λείπει και η «τρελή» συγγενής, η Ευδοκία, που της δίνεται η ευκαιρία για μια ωραία σκηνή, στο φινάλε της ταινίας.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module