ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ - Ηλίας Φραγκούλης

Οι πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του Μεγάλου Αλεξάνδρου περνούν μπροστά από τα μάτια του… σαν κινηματογραφική ταινία. Περίπου αυτό πιστεύει ο σκηνοθέτης του φιλμ. Παρακαλώ, να δοθεί έμφαση στο «σαν».

Η… ερασιτεχνική φιλοδοξία ενός «κινηματογραφιστή» απογειώνεται στο έπακρο με το «Αλέξανδρος ο Μακεδών», ένα φιλμ το οποίο εμφανίστηκε μυστηριωδώς στη λίστα των ελληνικών παραγωγών που τα μέλη της ντόπιας Ακαδημίας Κινηματογράφου μπορούσαν να ψηφίσουν ως πρόταση της χώρας για τα ξενόγλωσσα Όσκαρ του 2022 (ίσως η πιο ενδιαφέρουσα, αν όχι και η μοναδική #trolia που έχει διαπράξει μέχρι σήμερα η Ακαδημία μας!), για να… εξαφανιστεί επίσης μυστηριωδώς από το πρόγραμμα προβολών του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενδεχομένως για να μην μπουκάρουν σε αίθουσα προβολής «μακεδονομάχοι» των γνωστών συλλαλητηρίων και… κάψουν τα πάντα στο πέρασμά τους (ή αρχίσουν να επιδεικνύουν τα γυμνά τους οπίσθια).

Υπεύθυνος για το επίσης υπέρτατο cult «Ο Λέων της Πεντέλης» (2015), ο Τάκης Βογόπουλος επιστρέφει (κι) εδώ με τις πολλαπλές ιδιότητες του παραγωγού, σκηνοθέτη, σεναριογράφου και πρωταγωνιστή, για να τιμήσει (#sarcasm) το είδος της ιστορικής βιογραφίας όπως… κανένας άλλος στον πλανήτη, ομολογώ, ικανοποιώντας ένα παιδικό του όνειρο, καθώς ο Μέγας Αλέξανδρος του «συστήθηκε» ως ήρωας στην ηλικία των δώδεκα ετών (ευτυχώς μονάχα μέσω των Κλασσικών Εικονογραφημένων που του δώρισε η μητέρα του). «Αυτή την παιδική φαντασίωση ‘μετουσίωσα’ σε μια κινηματογραφική ταινία, όταν πια απέκτησα την ωριμότητα και τη δυνατότητα για να το κάνω. Στα τέσσερα χρόνια που διήρκεσε η παραγωγή της ταινίας, αισθανόμουν διαρκώς τη ‘σκιά’ του Μεγάλου Αλεξάνδρου να με οδηγεί, για να κάνω αυτή την ταινία όπως θα ήθελε ο ίδιος…», δηλώνει ο δημιουργός – οραματιστής Τάκης Βογόπουλος.

1337 2

Η εναρκτήρια σεκάνς της υποβρύχιας πάλης ανάμεσα στον Μέγα Αλέξανδρο κι έναν καρχαρία, στέλνει την αντίστοιχη all-time classic σκηνή του «Zombi 2» (1979) του Λούτσιο Φούλτσι στο πυρ το εξώτερο και σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για το… ποιος «δουλεύει» ποιον εδώ πέρα; Ολόκληρη η αφήγηση της ταινίας αποτελεί ένα φαινόμενο «έμπνευσης», όπου όχι απλά δεν υφίσταται συνοχή (ο ίδιος ο Βογόπουλος θεωρεί πως ξετυλίγει «αναμνήσεις, συναντήσεις και οράματα του μεγάλου στρατηλάτη»…), αλλά και το μοντάζ ξεπερνά οποιουσδήποτε κανόνες ή λογική! Κάθε σεκάνς ή και εντελώς αδικαιολόγητα, εμβόλιμα πλάνα, εναλλάσσονται σε μορφή απανωτών σοκ, με την αισθητική ν’ αποτελειώνει ακόμη και την παραμικρή διάθεση του θεατή που μπορεί να είδε φως και να μπήκε για τους… κάργα λάθος λόγους (λέγε με καλτίλα, λέγε με χιούμορ, λέγε με «γαλαρία»). Το green screen δίνει και παίρνει ακόμη και σε φάσεις όπου ένα τεράστιο «Γιατί;» βροντοφωνάζει μέσα σου, «τρυπώντας» πιο γαλάζιους και συννεφιασμένους ουρανούς από το… απλά σύνηθες, ενώ η «πληθώρα» κομπάρσων σε «επικές» εμφανίσεις πλήθους ή πολεμιστών προσφέρει το πιο αγνό γέλιο σε ολόκληρη την ταινία. Από δίπλα, τα κοστούμια αναμειγνύουν χυμαδιό από τσίτια με τμήματα στολών ελληνορωμαϊκής (κι ό,τι κάτσει) περιόδου που μάλλον προήλθαν από εποχιακό κατάστημα (για μεταμφιέσεις καρναβαλιού, αντιλαμβάνεστε, έξυπνοι αναγνώστες είστε…), ενώ για τις ανάγκες των σκηνικών (sic) έχει επιστρατευτεί τρελό «location scouting», με πρωταγωνιστές τη γνωστή camp πολυκατοικία με τα αρχαιοελληνικά αρχιτεκτονικά μοτίβα και αγάλματα στο Αιγάλεω, το πάρκο των ψυχών στην Πάρνηθα, τη δημοτική ιαματική πηγή Λουτρακίου, τη βίλα Καζούλη στην Κηφισιά και ότι άλλο μπορεί να έδειχνε «vintage» προς το χλαμυδέ του, μωρέ! Επίσης, η ηχοληψία του φιλμ αποτελεί μία εξαιρετική σπαζοκεφαλιά, καθώς υπάρχουν σκηνές διαλόγου όπου έχει παίξει σίγουρα ντουμπλάρισμα και η… τεχνολογία σηκώνει τα χέρια ψηλά για να εξηγήσει τόσο τα αίτια της επιλογής όσο και το ηχητικό αποτέλεσμα.

Με μία διαρκή αβεβαιότητα για τα όρια μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο «Αλέξανδρος ο Μακεδών» δεν καταλήγει ποτέ να πλησιάσει τις προθέσεις κοινού που μπορεί να επιδιώκει το ξεσάλωμα στην αίθουσα, ενώ εάν βρεθούν… «πατριώτες» (κλείσιμο ματιού) που θα εκτιμήσουν τούτο το θέαμα, τίθεται απόλυτο ζήτημα συνύπαρξης μαζί τους επί ελληνικού εδάφους!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ο χαρακτηρισμός «ιστορική βιογραφία» θα ταίριαζε περισσότερο στο… «Μια Ελληνίδα στο Χαρέμι» (1971) του Γιάννη Δαλιανίδη, παρά εδώ! Ακόμη και για το ενδεχόμενο της θέασης για τον κανιβαλισμό, αποτελεί χαμένη ευκαιρία (κι άδικο!), εκτός κι αν πάτε με παρέα που χωράει μόνο σε λεωφορείο, τι να πω…

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module