ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1943 - Ηλίας Φραγκούλης

Η απόπειρα της γερμανικής Κυβέρνησης, να απαξιώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις για την περίοδο της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα, επαναφέρει άσχημες μνήμες από τη Σφαγή των Καλαβρύτων, στα 1943.

Μερικές φορές ένα δυνατό θέμα, οι αρετές σε καλλιτεχνικούς τομείς και οι καλές προθέσεις της παραγωγής δεν αρκούν για να στηθεί ένα ουσιαστικό και πετυχημένο έργο μυθοπλασίας. Επίσης, η Ιστορία δεν υποκαθιστά την… ιστορία. Την φιλμική ιστορία, που θα σου αφηγηθεί κάτι ολοκληρωμένο σε πλοκή και / με χαρακτήρες (τα οποία, φυσικά, απαιτούν ανάπτυξη). Αυτά είναι τα (βασικά) προβλήματα που εμποδίζουν τα «Καλάβρυτα 1943» από το να απογειωθούν σαν κινηματογραφική εμπειρία, η οποία επαναπαύεται στην ιστορική μνήμη του (όντως συγκλονιστικού) δράματος της Σφαγής των Καλαβρύτων, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

1327 2

Το φιλμ του Νικόλα Δημητρόπουλου περιστρέφεται γύρω από δύο χρονικούς άξονες. Το σήμερα, των επιδιώξεων της γερμανικής Κυβέρνησης και της απαξίωσης των πολεμικών αποζημιώσεων για τις φρικωδίες των Ναζί επί ελληνικού εδάφους σ’ εκείνη τη μαύρη περίοδο του ’40, και το τότε, με την καταγραφή (κάποιων) στιγμών από το καλά χαραγμένο στις μνήμες ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα. Αρχικά, το πρώτο σκέλος αποτελεί μια σκέτη σπατάλη χρόνου. «Λαϊκίζει» απέναντι στο κοινό αίσθημα του Έλληνα θεατή και, στην κατάληξή του, δικαιώνει μονάχα την… αφέλεια. Υποψιαζόμαστε εξαρχής ποια θα είναι η στάση και η «ετυμηγορία» της Γερμανίδας δικηγόρου και εκπροσώπου της Κυβέρνησής της, η οποία ταξιδεύει μέχρι την Ελλάδα για να συναντήσει έναν από τους τελευταίους επιζήσαντες αυτής της ιστορικής τραγωδίας. Ατυχώς, ούτε ο χαρακτήρας της Κάρολαϊν, αλλά ούτε κι εκείνος του γηραιού Νικόλα, στέκουν σαν οντότητες πέραν του σχηματικού. Δεν είναι υποχρεωτικοί, δεν πείθει η ύπαρξή τους. Ειδικά στην περίπτωση του δεύτερου, δεν εξυπηρετεί καν για ένα κάποιο «κλείσιμο λογαριασμών» σε σχέση με το παρελθόν, προσωπικά ή οικογενειακά. Δεν υπάρχει «κατακλείδα» στην ιστορία του. Υπάρχει μονάχα η μνήμη του και το άδικο της απώλειας. Στοιχεία που έτσι κι αλλιώς εμπεριέχει ο άξονας της δράσης από το 1943.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, λοιπόν, αφορά σε αυτό το παρελθόν και επιχειρεί να το αναπαραστήσει μέσω μιας «περίληψης» της Ιστορίας, που υφολογικά περισσότερο θυμίζει ή ταυτίζεται με το είδος του δραματοποιημένου έργου τεκμηρίωσης. Αν βγάλουμε απέξω την ισχνή σεναριακά παρουσία της οικογένειας του μικρού Νικόλα, αυτό που μένει στα «Καλάβρυτα 1943» είναι (σχεδόν) ένα docudrama χωρίς χαρακτήρες και χωρίς… voice-over. Με προσοχή φτιαγμένο, χωρίς να γίνεται προσβλητικά φτηνό και λαϊκό (βλέπε «Ουζερί Τσιτσάνης»), μα κενό πέρα από τις εικόνες του. Ο Δημήτριος Κατσαντώνης έχει θέσει τις βάσεις για ένα αποσπασματικό και μονόπλευρο σενάριο, το οποίο δεν επιδιώκει ποτέ να εμβαθύνει σε πρόσωπα, είτε από τους ντόπιους είτε από τους Ναζί, καταλήγοντας να παρακολουθούμε μια στεγνή και επιφανειακή «αντίστροφη μέτρηση» ως το κάλεσμα της συγκέντρωσης των κατοίκων, πριν από την εκτέλεση. Που πληροφορούμαστε (μόνο από διαλόγους!) ότι αποτελεί πράξη αντιποίνων για τους Γερμανούς στρατιώτες, τους οποίους σκότωσαν οι αντιστασιακοί στα γύρω βουνά. Γενικά, η ύπαρξη των Ελλήνων της Αντίστασης είναι παντελώς «αόρατη», πράγμα μάλλον ανεπίτρεπτο για την ολοκλήρωση της αφήγησης του φιλμ.

1327 5

Από εκεί κι έπειτα, υπάρχουν άπειρα μικροπροβλήματα τα οποία σχεδόν σαμποτάρουν τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Θα σταθώ σε κάποια πραγματικά εξόφθαλμα. Η (μεγάλη) σεκάνς της συγκέντρωσης των γυναικών στις αίθουσες του σχολείου, το οποίο πρόκειται να πυρποληθεί, «πνίγεται» από πλάνα κομπαρσαρίας που οδύρεται ασταμάτητα μετά λυγμών πάνω σε απλά τζάμια παραθύρων. Πολλών παραθύρων. Τα οποία, για την κοινή λογική, χτυπώντας τα… σπάνε! Όχι στα «Καλάβρυτα 1943»! Για τον περίεργο «ντόρο» που δημιουργήθηκε με τη σκηνή του Γερμανού φαντάρου που ανοίγει μια πόρτα την τελευταία στιγμή, επιτρέποντας σε αρκετές γυναίκες να σωθούν από τις φλόγες, έχω να πω ότι από τη στιγμή που δεν μιλάμε για έργο τεκμηρίωσης, δεν έχω λόγο να τοποθετηθώ αρνητικά ή θετικά. Περισσότερο μ’ ενόχλησε η εμφάνιση αυτών των εξερχόμενων γυναικών μέσα στο «φούμο» (κυριολεκτικά), λες και είχαν χτυπήσει βάρδια με υπερωρίες εντός ανθρακωρυχείου! Η δε σεκάνς της εκτέλεσης των ανδρών (αντιλαμβάνεστε ότι εδώ δεν μιλάμε για «spoilers», σωστά;), απέχει αρκετά από την ψυχολογική ένταση που είχε χτίσει (σταδιακά και λειτουργικά) ο Παντελής Βούλγαρης στην αντίστοιχη σκηνή του «Τελευταίου Σημειώματος», με τις συγκρίσεις να είναι ολέθριες για τα «Καλάβρυτα». Επίσης, πώς οι άνδρες που βρίσκονταν σε στοίχιση, καταλήγουν σκόρπια νεκρά σώματα πάνω στο βουνό; Μπορεί όλο αυτό να βγάζει μία ωραιότατη (και δραματική) εικόνα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ρεαλιστική! Τέλος, δεν θα ήθελα ν’ αναπτύξω σχόλια για το σάστισμα που προκαλεί (ηλικιακά) η εμφάνιση της συζύγου εκείνου του Γερμανού φαντάρου στη σημερινή εποχή, διότι το μειδίαμα μπορεί να ξεφύγει προς κάτι πιο ηχηρό (σίγουρα και στις κινηματογραφικές αίθουσες)…

Το «Καλάβρυτα 1943» είναι μια χαμένη ευκαιρία που πρέπει να προβληματίσει λιγάκι παραπάνω την ελληνική παραγωγή, από τη στιγμή που φαίνεται πως υπάρχουν οι δυνατότητες (και το ανθρώπινο δυναμικό τεχνικά) για κάτι πιο ποιοτικό στο ντόπιο σινεμά. Πρώτο μέλημα το σενάριο κι ύστερα το… box-office, λοιπόν.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Καλοστημένο crowd-pleaser που επενδύει αποκλειστικά στην ιστορική ανάμνηση. Θα συγκινήσει ένα πιο λαϊκό κοινό το οποίο δεν λογαριάζει από σεναριακή ανάπτυξη ή χαρακτήρες και θα έχει μακρά καριέρα στις μελλοντικές τηλεοπτικές του προβολές.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module