ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ, Ο - Θόδωρος Γιαχουστίδης

Θα πέσουν κεφάλια!

«ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες οι Ἰθάκες τί σημαίνουν»...

Αυτή είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 26 Δεκεμβρίου του 1980 στην φετινή πρωταθλήτρια πόλη του NBA, το Μιλγουόκι του Γουισκόνσιν, David Lowery. Οι προηγούμενες πέντε ταινίες του είναι οι εξής: «St. Nick» (2009), «Μείνε δίπλα μου» (Ain't Them Bodies Saints, 2013 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 13 Οκτωβρίου του 2013), «Ο Πιτ και ο δράκος του» (Pete's Dragon, 2016 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 20 Οκτωβρίου του 2016), «A Ghost Story» (2017) και «Ο κύριος και το όπλο» (The Old Man & the Gun, 2018 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 4 Οκτωβρίου του 2018). Η επόμενη ταινία του θα είναι το ντισνεϊκό «Peter Pan & Wendy», με τον Jude Law στο ρόλο του Κάπτεν Χουκ.

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, που λόγω της πανδημίας του κορωναϊου, διεξήχθη τον περασμένο Ιούλιο. Σχετικά με την ιστορία, αντιγράφουμε από το δελτίο τύπου της ελληνικής εταιρίας διανομής: «Το πρωτότυπο ποίημα συντέθηκε το 14ο αιώνα από έναν άγνωστο ποιητή και έχει μαγέψει αναγνώστες και καλλιτέχνες για δεκαετίες με την αλλόκοτη και σουρεαλιστική του ιστορία για τον ιπποτισμό, τη μαγεία, τον πειρασμό, τη μεταμόρφωση και την αυτογνωσία. Οι στίχοι βρίθουν από συμβολισμό, αλληγορία και μυστήριο. Είναι ένα συναρπαστικό έργο με πολλά επίπεδα. Ανήκει στις ιστορίες για τον Βασιλιά Αρθούρου και τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και ξεχωρίζει για την αμφιλεγόμενη και πλούσια ιστορία ενηλικίωσης που ξετυλίγει. Επανεκδόθηκε το 1925 από τον Τόλκιν και έχει συναρπάσει τους αναγνώστες από τότε, κερδίζοντας τη θέση του ανάμεσα στους Αρθουριανούς θρύλους».

1263 4

Ο χρόνος μετά τον αποκεφαλισμό του Πράσινου Ιππότη περνάει γρήγορα. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα ο Γκογουέιν, που εντωμεταξύ έχει μετατραπεί σε μυθικό ήρωα για τους συμπατριώτες του, φοβισμένος και ανόρεχτος, ξεκινάει το ταξίδι του για το Πράσινο Παρεκκλήσι προκειμένου να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Διασχίζει ένα παγερό τοπίο, συναντά πολλές αινιγματικές φιγούρες, μερικές ζωντανές, άλλες νεκρές, άλλες επικές, άλλες μεταμφιεσμένες, άλλες όχι ανθρώπινες. Δεν κάνει στιγμή πίσω καθώς η Ιπποτική Τιμή είναι έννοια ιερή μέσα στο κεφάλι του. Που, στο τέλος του ταξιδιού, κινδυνεύει να το χάσει...

Η άποψή μας: Μυστήριο τρένο αυτός ο David Lowery. Στην καριέρα του έχει ασχοληθεί με μπόλικα κινηματογραφικά είδη, με σαφή διάθεση ανανέωσης και εκσυγχρονισμού. Κι ενώ το βλέπεις πως οι ταινίες του, στα χαρτιά, έχουν εμπορικές δυνατότητες, εντέλει προκύπτουν ιδιάζουσες και παράξενες κινηματογραφικές προτάσεις, που φαντάζουν παράταιρες και ιδιόμορφες. Εδώ, πχ, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μπορούσαμε να γίνουμε μάρτυρες μιας υπέροχης, φανταστικής, επικής περιπέτειας. Το υλικό δείχνει έτοιμο για μια αλά «Game of Thrones» επεξεργασία, ίσως για μια ονειροφαντασία στα χνάρια του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» ή ακόμα ακόμα μια σύγχρονη φαντασμαγορία που τίποτα δεν θα είχε να ζηλέψει από τη δόξα του υπέροχου «Excalibur» (που, πλάκα πλάκα, έχουν περάσει 40 χρόνια από την ημερομηνία εξόδου του στους κινηματογράφους!). 

Τι λαμβάνει τελικά ο θεατής; Μια ταινία υπέροχη στο μάτι, με καταπληκτική καλλιεχνική διεύθυνση, που παραείναι χαλαρή όμως, με πολύ αργούς ρυθμούς και αρκετά κρυπτική και ερμητική σε ότι αφορά τα νοήματά της και την κινηματογραφική αφήγηση, μια ταινία εντέλει που κουράζει χωρίς να «διασκεδάζει». Τρέμω στην ιδέα των ανυποψίαστων θεατών, που θα κόψουν εισιτήριο για να δουν την ταινία, βασιζόμενοι στον τίτλο, την αφίσα (η οποία by the way, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου προκάλεσε την αίσθηση ότι ξεπήδησε μέσα από το σύμπαν του «Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι» - απλά, αντί για αλυσοπρίονο στον αέρα, εδώ έχουμε τσεκούρι!) ή το τρέιλερ του φιλμ. Άκλαυτοι θα πάνε! 

1263 5

Κι εντάξει, το να τρολάρουν την εμπειρία τους από μέσα τους, έχει καλώς. Αν αρχίσουν τα «τι μακακία είναι αυτή ρε συ;» και τα εξωστρεφή, δηλητηριώδη σχόλια, θα συγχύσουν και τους συνειδητοποιημένους θεατές, εκείνους δηλαδή που επέλεξαν την ταινία, ακριβώς για να αφεθούν στην εμπειρία. Η ταινία είναι σαν να σκηνοθέτησε το «Willow» ο Terrence Malick κι όχι ο Ron Howard ή σαν να σκηνοθέτησε το «Krull» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κι όχι ο Peter Yates! Έντονο ποντάρισμα στον λυρισμό της εικόνας, φιλοσοφικές ενατενίσεις για το νόημα της ζωής, για την τιμή, για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, για τη φύση, την οικολογία, για τη σύγκρουση παγανισμού – χριστιανισμού, για το ταξίδι αυτογνωσίας και για την επίτευξή της μόνο μέσω δοκιμασιών και δυσκολιών, για τη ζωή με ασφάλεια και για την περιπέτεια της ζωής. 

Ο σκηνοθέτης απλώνει στα μεγαλόπρεπα κάδρα του όλα τα παραπάνω κι άλλα πολλά υπαρξιακά και κουλτουριάρικα, χωρίς να «βοηθάει» τους θεατές του με επεξηγησεις και λυσάρια, αφήνοντάς τον μόνο και έρημο να προσπαθεί να ταιριάξει τα κομμάτια του παζλ αυτής της γεμάτης κελτίλα Οδύσσειας. Ίσως αν άφηνα τον εαυτό μου να προσεγγίσει την ταινία περισσότερο συναισθηματικά και λιγότερο λογικά, να την απολάμβανα κατά πως της πρέπει. Όπως και να έχει, μένεις πραγματικά άλαλος με τη διεύθυνση φωτογραφίας, τη δουλειά που έχει γίνει στο ρεπεράζ και με τις εικόνες: από τη μυσταγωγική λήψη και την αύρα που αναδύει το δάσος, τα πλάνα του Γκογουέιν από ψηλά, να περπατάει ανάμεσα στους βάλτους, την ομιλούσα αλεπού και τους θεσπέσιους γίγαντες, μέχρι και την κατάδυση του ήρωά μας στο νερό (που ξαφνικά γίνεται πιο κόκκινο από το κόκκινο του «Μετά τα μεσάνυχτα»), έχεις πολλά να θαυμάσεις εδώ. 

Ο Dev Patel στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα πάει περίφημα, καθώς ντύνεται εξαιρετικά την περσόνα του αντιήρωά του, του τυρανισμένου παλιόπαιδου με τις υπαρξιακές ανησυχίες. Η Alicia Vikander είναι παραδόξως ερωτική στις λίγες σκηνές του διπλού της ρόλου (αυτό που «χύνεται» στα χέρια της λίγο πριν το φινάλε, μπορεί να χαρακτηρίσει με μια λέξη ολόκληρο το νετφλιξικό «Μπέκετ», στο οποίο επίσης συμμετέχει με μικρό ρόλο) και γενικώς το καστ δείχνει συντονισμένο στο όραμα του σκηνοθέτη. Που όμως, με την τόση του αποστασιοποίηση, απομακρύνει τον θεατή. Πάντως, κερδίζει πόντους με το αλά «25η ώρα» what if του φινάλε. Όπου λοιπόν στα τελευταία 10 λεπτά της ταινίας, ενώ μέχρι αυτού του σημείου, στις δύο ώρες που προηγούνται, δεν «συμβαίνει» κάτι, συμπυκνώνεται μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή ασφαλής, μετρημένη, προδιαγεγραμμένη, χωρίς εκπλήξεις, τυλιγμένη και προστατευμένη από μια αδιαπέραστη, πράσινη, ζώνη αγνότητας. Να τη χέσεις τέτοια ζωή, ε;

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module