OLD - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Τι θα κάνατε αν ανακαλύπτατε πως αν βρισκόσαστε σε κάποια παραλία κι ανακαλύπτατε πως η ζωή σας έχει αρχίσει με ραγδαίο ρυθμό να αυξάνεται επικίνδυνα; Θα μου πείτε πως τέτοιες παραλίες δεν υπάρχουν. Στην επιστημονική φαντασία βέβαια (και στην περίπτωση του graphic novel που έγραψε ο Φρέντερικ Πίτερς) τέτοιες παραλίες υπάρχουν. Το τι θα επακολουθήσει αφήνεται στη φαντασία του συγγραφέα και στην περίπτωση της ταινίας Old στο γνωστό μας από παρόμοιες περιπέτειες και φαντασιώσεις ινδικής καταγωγής Αμερικανό σκηνοθέτη και σεναριογράφο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, ο οποίος έγραψε και το σενάριο της ταινίας.

Η πενταμελής οικογένεια που φτάνει στην απομακρυσμένη, κρυφή παραλία του νησιού, που τους προτείνει ο υπεύθυνος του θέρετρου, αποτελείται από τον πατέρα Γκάι (Γκάελ Γκαρσία Μπερνάλ), τη μητέρα Πρίσα (Βίκλι Κριπς) και τα νεαρά παιδιά τους, Τρεντ και Μάντοξ. Εκεί θα προστεθούν και άλλα πρόσωπα, ένας γιατρός, ψυχοπαθής δολοφόνος, όπως θ’ ανακαλύψουμε στη συνέχεια, ο Τσαρλς (Ρούφους Σιούελ), η γυναίκα του Κρίσταλ (Άμπι Λι), η μητέρα του, Άγκνες και η κόρη του, Κάρα, ένα τρίτο ζευγάρι, ο Τζάριν (Κεν Λέουνγκ) και η Πατρίσια, καθώς κι ένας άλλος τουρίστας που τον βρίσκουν ήδη στην παραλία, ο ράπερ Μίντ-Σάιζντ Σεντάν (Άαρον Πιέρ).


Από τα πρώτα κιόλας λεπτά τα πράγματα δείχνουν να ακολουθούν μια αλλόκοτη πορεία. Σ’ ένα ήδη φοβιστικό ντεκόρ, με τα πελώρια, απειλητικά βράχια και τα το παράξενο βραχώδες τείχος που τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο, οι επισκέπτες αρχίζουν να αισθάνονται παράξενα. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν, στην προσπάθεια κάποιων να επιστρέψουν μέσα από τις σκοτεινές, απειλητικές σπηλιές, λιποθυμούν και βρίσκονται, χωρίς να γνωρίζουν πώς, ξαπλωμένοι και εξουθενωμένοι, στην παραλία. Όταν μάλιστα σε λίγο ανακαλύπτουν πως τα δυο παιδιά, ο Τρεντ και η Μάντοξ, έχουν μεγαλώσει κατά πέντε τουλάχιστο χρόνια, ενώ, σε πολύ γρήγορο διάστημα, και οι ενήλικες αντιμετωπίζουν σωματικά προβλήματα (ακουστικά, όγκου στο σώμα της Πρίσα, και άλλα) τότε η αγωνία τους αρχίζει να μετατρέπεται σε τρόμο.

Καταλαβαίνουν πως με την ταχύτητα αλλαγής της ηλικίας τους, μέσα σε μια μέρα θα γεράσουν κατά 50 περίπου χρόνια και θα οδηγηθούν αναπόφευκτα στο θάνατο. Τώρα, γιατί συμβαίνουν όλα αυτά θα το μάθουμε στο φινάλε, που δεν θα αποκαλύψω, και που ο θεατής, μέσα από το σασπένς που δημιουργεί η ταινία, περιμένει από λεπτό σε λεπτά να μάθει.


Ιστορία σίγουρα ενδιαφέρουσα που συνδυάζει το θρίλερ με τον τρόμο και το φαντεζίστικο στοιχείο και που θα περιμέναμε από ένα σκηνοθέτη που μας έδωσε ταινίες όπως «Η έκτη αίσθηση», «Άφθαρτος» και «Οιωνός», να το εκμεταλλευτεί με ξεχωριστή φαντασία και να αναπτύξει στοιχεία που θα του έδιναν κάποια πρωτοτυπία. Δυστυχώς, εκτός από κάποιες στιγμές που θυμίζουν τον παλιό καλό Σιάμαλαν (όπως η χρήση του τοπίου για τη δημιουργία της αλλόκοτης ατμόσφαιρας (σ’ ένα βαθμό οφειλόμενη και στη φωτογραφία του Ελληνοαμερικανού Μάικ Γιουλάκη), και το στήσιμο σκηνών όπως εκείνες με τα διάφορα πρόσωπα να διεισδύουν και να λιποθυμούν στις σπηλιές), η όλη ανάπτυξη δείχνει μια κόπωση από μέρους του σκηνοθέτη.

Κόπωση που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στις πιο πρόσφατες ταινίες του και που εδώ φαίνεται τόσο μέσα από τους μονοδιάστατους χαρακτήρες (και με άνισες αξίζει να τονίσω ερμηνείες) και το συχνά απίθανο (στα όρια του γελοίου) σενάριο, όσο και από τη σκηνοθεσία, από την οποία λείπει η φαντασία και η ευρηματικότητα, ακόμη κι όταν το απρόσμενο αλλά έξυπνο φινάλε, μπορούσε να ανεβάσει σε ένα άλλο επίπεδο την ταινία. Σε αντίθεση, πρέπει να πω, με παρόμοιες και πολύ καλύτερες τηλεοπτικές σειρές που έχουμε απολαύσει πρόσφατα στην τηλεόραση ιδιαίτερα από τη Netflix.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module