ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΔΥΣΑΡΕΣΤΟΣ ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΟ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

"Φυσάει..."
Ένας ιός που σκοτώνει μόνο τις γυναίκες...

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος σπούδασε Σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου στην Αθήνα, ενώ αργότερα φοίτησε στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Ρώμης La Sapienza. Τέλος, έκανε σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία παράλληλα με τις σπουδές, αρχικά στο μοντάζ κι ακολούθως σκηνοθετώντας κυρίως ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικά σποτ και εκπαιδευτικές τηλεοπτικές σειρές για την κρατική τηλεόραση. Το 1999 επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα και αναλαμβάνει την διαχείριση της εταιρίας παραγωγής Multivision, κάνοντας παραγωγή σε ταινίες, ντοκιμαντέρ, διαφημιστικά και βίντεο κλιπ.

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί. Η πρώτη ήταν το «Tungsten», μια εντελώς low budget ταινία, γυρισμένη σε ασπρόμαυρο, η οποία βγήκε στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 24 Νοεμβρίου του 2011. Σε εκείνη την ταινία πρωταγωνιστούσαν τέσσερις από τους ηθοποιούς και της νέας του ταινίας και συγκεκριμένα οι Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Όμηρος Πουλάκης, Βαγγέλης Μουρίκης και Κάρα Καρβούνη. Ο Γεωργόπουλος εκτός από τη σκηνοθεσία υπογράφει και το σενάριο (σε τούτη την ταινία μαζί με την Μαρία Φακίνου) και το μοντάζ. Έχει κάνει επίσης το μοντάζ στην ταινία Πρόστιμο του Φωκίωνα Μπόγρη – που είδαμε στα θερινά το φετινό καλοκαίρι – και στην ταινία Η αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ, που βγαίνει στους κινηματογράφους στις 22 Ιουλίου!!! Το Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος... έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Όστιν, στις 26 Οκτωβρίου του 2019 ενώ λίγες βδομάδες αργότερα προβλήθηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου έλαβε μέρος στο τμήμα «Meet the Neighbours».

1181 2

Η υπόθεση: Ο Άρης είναι ένα πετυχημένο στέλεχος μίας μεγάλης πολυεθνικής εταιρίας. Η ζωή του θα αλλάξει για τα καλά όταν μαθαίνει πως είναι φορέας ενός ιού, που προκαλεί σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, το οποίο είναι θανατηφόρο, αλλά μόνο για τις γυναίκες. Μετά από εξετάσεις, ο γιατρός τον πληροφορεί πως το στέλεχος του ιού που «κουβαλάει» είναι εκείνο το αρχικό, πριν υποστεί μεταλλάξεις. Οπότε, ίσως στον Άρη να εναποτίθενται οι ελπίδες όλων των γυναικών, προκειμένου να παραχθεί ένα εμβόλιο, που θα αντιμετωπίσει την πανδημία. Για να γίνει, όμως, αυτό, θα πρέπει να βρεθεί ο φορέας μηδέν, η γυναίκα δηλαδή που μετέδωσε αρχικά τον ιό στον Άρη. Έτσι, ο Άρης αρχίζει ένα είδος Οδύσσειας, προκειμένου να βρει ποια από τις πρώην του των τελευταίων τριών, τεσσάρων (τεσσάρων) χρόνων, του μετέδωσε τον ιό...

Η άποψή μας: Κοίτα να δεις κάτι πράγματα. Να είσαι σκηνοθέτης, να γυρίζεις μια ταινία και να προφητεύεις τίνι τρόπω, μια σειρά από απίστευτα πράγματα. Η ταινία να μην βγαίνει στον καιρό της στις αίθουσες λόγω... πανδημίας (την οποία κατά έναν τρόπο, προέβλεψε) κι όταν τελικά βγαίνει – τώρα – να μπορεί να «διαβαστεί» (και) αλλιώς. Και μάλλον πολύ διαφορετικά από ότι ήταν αρχικά στις προθέσεις του δημιουργού της. Γιατί, εκτός από τον covid-19, υπάρχει σε έξαψη στη χώρα μας τελευταίως και η γυναικοκτονία! Γιατί, ναι, σε ένα παράλληλο σύμπαν, στη ζώνη του λυκόφωτος, μια ταινία, όπως αυτή, όχι όπως κάθε ταινία, έχει δυναμική. Επηρεάζει και επηρεάζεται από την Ιστορία. Επηρεάζει και επηρεάζεται από τα γεγονότα. Γιατί αλλιώς θα συνομιλούσε με την ταινία ένας θεατής, που θα την έβλεπε σε μια κλειστή αίθουσα, κάποια στιγμή μέσα στο 2020, αν δεν είχε ενσκήψει η πανδημία κι αλλιώς θα συνομιλήσει μαζί της ένας θεατής, τώρα, φορώντας την προστατευτική του μάσκα!!! 

Η ελεγεία της μελαγχολίας των ανθρωπίνων σχέσεων γίνεται μια αλληγορία για το Σήμερα και το Είναι. Αλλά, ας μην βαρύνουμε τα πράγματα. Εξάλλου, κωμωδία γύρισε ο Γεωργόπουλος. Εντάξει, κατάμαυρη, αλλά κωμωδία. Και πήχτρα σινεφίλ – ένας όρος παρωχημένος, συμφωνώ, αλλά πολύ κατανοητός και απολύτως ταιριαστός ελλείψει άλλου, καλύτερου. Αρχικά, η πορεία του Άρη, από ερωμένη σε ερωμένη, προκειμένου να βρει τον φορέα μηδέν – και ίσως, ενδόμυχα, προκειμένου να βρει ξανά τη ζέση για ζωή – μου θύμισε την πορεία του ήρωα που υποδύονταν ο Bill Murray στα «Σπασμένα λουλούδια» του Jim Jarmusch. Πιο χαλαρός και κουλ ο Don Johnston του Murray – και πιο μεγάλος σε ηλικία εννοείται – πιο αγχώδης, πιο ανταγωνιστικός ο Άρης και οι δύο όμως, μαλάκες (σόρι!) κατά... πολλές έννοιες, και οι δύο σαν να βρίσκονται βυθισμένοι σε μια υπαρξιακή δίνη, από την οποία δεν δείχνουν ικανοί να ξεφύγουν. Και οι δύο... τσακισμένοι. 

1181 1

Ένα το κρατούμενο. Ο Άρης είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αν μη τι άλλο. Έξυπνα ο δημιουργός ούτε τον εξιδανικεύει από την μια ούτε όμως και τον παρουσιάζει ως σιχαμερή καρικατούρα. Εντάξει, στη ζυγαριά, περισσότερο μαλάκας (σόρι!) μας προκύπτει ο νέος – αλλά με ελαφρυντικά. Κάθε συνάντηση είναι και μια αφορμή να συναντήσει το παρελθόν του, όχι μόνο για το καλό της ανθρωπότητας, αλλά και για καλό δικό του. Θαρρείς και αναζητά κάποια αναλαμπή, ένα φως μέσα στο σκοτάδι, κάτι που θα τον ταρακουνήσει από τον νερόβραστο χυλό της καθημερινότητάς του. Φευ. Απάντηση καμιά. Κι ας αντιδράει κάθε γυναίκα, κάθε πρώην ερωμένη διαφορετικά. Ο Άρης, που έχει άγχος για το πώς θα μεταφέρει τα νέα στην εκάστοτε πρώην του (από τις πιο αστείες σκηνές της ταινίας είναι αυτές, της «προετοιμασίας») δεν είναι και το καλύτερο παιδί. 

Απόμακρος συναισθηματικά, τραμπουκίζει συναδέλφους του – επειδή μπορεί – απολύει φίλους του – επειδή του το ζητάει το αφεντικό του – και δεν φαίνεται να διατηρεί καμία ολοκληρωμένη και γεμάτη σχέση. Από την άλλη, φροντίζει το μπονσάι του (εντάξει, δεν είναι δικό του, αλλά δεν σποϊλεριάζω) – κι ένα μπονσάι θέλει πολύ φροντίδα, πραγματικά – φροντίζει έναν τραυματισμένο σκύλο (ναι, και πάλι δεν είναι δικός του – το φωνάζει με κάθε τρόπο: και είναι αυτά, τα ζωντανά που δεν είναι δικά του, που δεν είναι ο ιδιοκτήτης τους, στα οποία φαίνεται να δείχνει μια πιο ανθρώπινη πλευρά, πιο ευαίσθητη, πιο... όχι ρομπότ). Είναι άγαρμπος, σύμφωνοι, αλλά ρε φίλε, το γράφει η πινακίδα με τεράστια γράμματα: απαγορεύεται το κάπνισμα!!! 

Κινηματογραφικών αναφορών (μπορεί να τις έχω δει μόνον εγώ, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, έτσι;) συνέχεια. Η σκηνή με τη σύγκριση των διαφόρων τύπων ηλεκτρονικών τσιγάρων με έκανε να θυμηθώ την απίθανη ανάλογη σκηνή στο «American Psycho», με τη σύγκριση των επαγγελματικών καρτών. Το ψάρι – μπαλόνι ενός πιτσιρίκου που αιωρείται (το μπαλόνι, όχι ο πιτσιρίκος) με παρέπεμψε από την μια στο «Arizona Dream» και από την άλλη στο «Ψάχνοντας τον Νέμο» (ή και την Ντόρι) – ως ένα νεύμα για το αμνηισιακό παρόν μας. Κι αν δεν κάνω χοντρό λάθος, η παρουσία του σκηνοθέτη Γιώργου Γκικαπέππα στο ρόλο του κτηνιάτρου, είναι ακόμα ένα κλείσιμο του ματιού. Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της σύγχρονης κοινωνίας περνάει τόσο από την επίδειξη μπόντι μπίλντινγκ όσο και με την επίδειξη των σκύλων. Το cameo του Γιάννη Οικονομίδη θαρρείς και προβλέπει την εμφάνιση των ψεκασμένων αντιεμβολιαστών πριν αυτοί ανακαλυφθούν! 

1181 5

Έχει γίνει πολύ καλή δουλειά τόσο στο μοντάζ όσο και στη διεύθυνση φωτογραφίας: σε μερικές σκηνές όπου βλέπουμε πλήθος από ψηλά, με κάθετη τοποθέτηση της κάμερας σε μια κηδεία, σε ένα σχολείο, σε μια υπαίθρια γυμναστική εκτόνωση, η γεωμετρία είναι υπέροχη – και το όλον είναι ξανά εξόχως συμβολικό. Και Kid Moxie στη μουσική: απολύτως ταιριαστά. Και φτάνουμε στο κεφάλαιο «Βαγγέλης Μουρίκης». Ό,τι και να γράψω θα είναι λίγο. Απολαυστικός για ακόμη μια φορά, σε έναν ρόλο, που δεν νομίζω πως έχει υπάρξει ξανά στην ιστορία του κινηματογράφου! Με το μηχάνημα που βοηθάει να μιλάνε οι εγχειρισμένοι στις ηχητικές χορδές τους, δίνει άλλο ένα ρεσιτάλ ο άνθρωπος. Και καταφέρνει να μην ξεπέσει στο επίπεδο ενός μη πιστευτού, γελοίου χαρακτήρα. Όχι, ο Μουρίκης μας κάνει να πιστέψουμε πως αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσά μας, κανονικότατα. 

Υποδύεται το αφεντικό του Άρη, που μετά από μια εγχείρηση λοιπόν, ανακαλύπτει την ποιητική του φλέβα. Ο άνθρωπος που έγραψε τα ποιήματα για την ταινία αξίζει συγχαρητήρια. Ένα μικρό δείγμα: «Την αριθμητική της ύπαρξης σμιλεύω στο κορμί σου». Από την ποιητική συλλογή «Φυσάει». Μουάχαχαχαχαχα. Ο Γεωργόπουλος λοιπόν συνεχίζει το καλό σερί ελληνικών ταινιών το εφετινό καλοκαίρι. Και η ταινία του, ολίγον... weird, με αναλογίες και με τα Μήλα (από την άποψη της παράξενης πανδημίας που χτυπάει μια χώρα), είναι πάρα πολύ καλή. Ο ίδιος έχει βελτιωθεί ως αφηγητής, ελέγχει απόλυτα τα μέσα του και ως παραγωγή τούτη η ταινία είναι χιλιόμετρα μακριά από το Tungsten. Μόνο που, θα το πω, να, το Tungsten το αγάπησα περισσότερο. Γιατί είχε μια αίσθηση του επείγοντος. 

Τούτο εδώ είναι πολύ καλό φιλμ φιλμ, προφητικό, δυνατό σινεμά, που λίιιιγο χάνει τη στόχευσή του στο φινάλε. Κατορθώνει να μην πέσει στην παγίδα του συντηρητικού (έξυπνο όλο αυτό με τη βιντεοκλήση της Παπαδοπούλου, που την... γλυτώνει) αλλά παρά το εντυπωσιακό, ανοιχτό της φινάλε (στο οποίο, ναι, φυσάει), δείχνει μια αμηχανία. Ας είναι. Από τις ταινίες που μπορείς να αγαπήσεις κι ας έχουν ψεγάδια. Δεν θέλω να γίνω πιεστικός, αλλά πρέπει να δείτε την ταινία, για να μιλήσουμε επιτέλους για κάτι πολύ σοβαρό: το ελληνικό σινεμά φαίνεται να βρίσκει το δρόμο του.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module