ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΟΥ ΓΚΟΓΙΑ, ΟΙ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

Ο δολοφόνος είχε... Καπρίτσια!
CSI... Μαδρίτη!

Αυτή είναι η 19η (!!!) μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 28 Ιανουαρίου του 1953 στη Μαδρίτη Ισπανός Gerardo Herrero. Και είναι μόλις η δεύτερή του την οποία βλέπουμε στην Ελλάδα μετά το «Φάκελος Γκαλίντεζ» (El misterio Galíndez, 2003) με τους Harvey Keitel και Saffron Burrows. Είναι όμως ένας πολύ σημαντικός παραγωγός και ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες του ξεχωρίζει η ταινία «Το μυστικό στα μάτια της» (El secreto de sus ojos, 2009).

Σε ότι αφορά τα «Καπρίτσια» του Γκόγια, που (θα ήθελαν να) παίζουν βασικό ρόλο στην υπόθεση της ταινίας, αντιγράφουμε από την ελληνική βικιπαιδεία: Τα Καπρίτσια (Ισπανικά: Los Caprichos) είναι μια σειρά 80 χαρακτικών που δημιούργησε ο Ισπανός καλλιτέχνης Φρανθίσκο Γκόγια κατά τα έτη 1797 και 1798, και τα δημοσίευσε σαν μία συλλογή έργων το 1799. Τα χαρακτικά αυτά ήταν ένα καλλιτεχνικό πείραμα: ένα μέσο που χρησιμοποιεί ο Γκόγια για να καταδικάσει την παγκόσμια ανοησία και την ανοησία στην ισπανική κοινωνία στην οποία έζησε. Η κριτική του είναι εκτεταμένη και καυστική. Στρέφεται κατά της κυριαρχίας της δεισιδαιμονίας, της αμάθειας και της ανικανότητας της άρχουσας τάξης, της έλλειψης παιδείας, των οικογενειακών λαθών και της παρακμής της λογικής. Σε κάποια από τα χαρακτικά της σειράς ο καλλιτέχνης στρέφεται κατά του Κλήρου. Ο Γκόγια περιγράφοντας αυτή τη σειρά έργων, ανέφερε ότι απεικονίζει τις αμέτρητες ιδιορρυθμίες και ανοησίες που υπάρχουν σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία και τις κοινές προκαταλήψεις και τις παραπλανητικές πρακτικές που τα έθιμα, η αμάθεια ή η ιδιοτέλεια τις έχουν καταστήσει συνήθεις. Το έργο αυτό ήταν μία διαφωτιστική, δυναμική κριτική της Ισπανίας του 18ου αιώνα, και της ανθρωπότητας γενικότερα. Το ανεπίσημο ύφος, καθώς και η απεικόνιση της σύγχρονης κοινωνίας που συναντώνται στα Καπρίτσια τα καθιστά - καθώς και τον ίδιο τον Γκόγια - προάγγελο του κινήματος του Μοντερνισμού, που εμφανίστηκε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Ειδικά το έργο «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» έχει λάβει κορυφαία αναγνώριση. Ο Γκόγια έγραψε μία σύντομη εξήγηση για κάθε εικόνα σε ένα χειρόγραφο που τώρα βρίσκεται στο Μουσείο ντελ Πράδο. Αυτές οι σημειώσεις βοηθούν σημαντικά στην κατανόηση των -συχνά αινιγματικών- προθέσεων του καλλιτέχνη, όπως και οι τίτλοι που βρίσκονται κάτω από κάθε εικόνα. Αυτή η σειρά του Γκόγια, και η τελευταία ομάδα χαρακτικών της σειράς «Οι Συμφορές του Πολέμου», τα οποία ο Γκόγια αποκαλούσε "caprichos enfáticos" (εμφατικά καπρίτσια) απέχουν πολύ από το πνεύμα της ξέγνοιαστης φαντασίας που ο όρος «καπρίτσιο» συνήθως αντιπροσωπεύει στην τέχνη.

Η υπόθεση: Ένας μυστηριώδης κατά συρροή δολοφόνος κάνει την εμφάνισή του και τρομοκρατεί τους εύπορους κατοίκους γνωστής συνοικίας της Μαδρίτης, βάζοντας στο στόχαστρό του ευυπόληπτους συλλέκτες τέχνης και αντικών. Κοινό χαρακτηριστικό των φόνων είναι η τοποθέτηση των θυμάτων με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζουν μια σειρά έργων τέχνης του διάσημου Ισπανού ζωγράφου, Φρανθίσκο Γκόγια, τα περίφημα «Καπρίτσια» - έργα που εικάζεται ότι σατιρίζουν την ανηθικότητα της ισπανικής κοινωνίας στην εποχή κατά την οποία έζησε ο σπουδαίος εικαστικός.
Δύο ντετέκτιβ της αστυνομίας αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν την υπόθεση: η βετεράνος Κάρμεν, μια ικανή αλλά και κυνική γυναίκα, που μοιάζει να έχει κουραστεί από τη ζωή της αστυνομικού και η νεαρότερη Εύα, ιδεαλίστρια και διψασμένη για δράση. Οι δύο γυναίκες πρέπει να αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους για να καταφέρουν να εισχωρήσουν στα άδυτα του παράνομου δικτύου μυστικών αγοραπωλησιών έργων τέχνης και να εντοπίσουν τον δράστη που δεν αφήνει ποτέ ίχνη…

the goya murders 1

Η άποψή μας: Οι Ισπανοί το έχουν δουλέψει το θρίλερ τα τελευταία χρόνια. Και η ενασχόλησή τους με το είδος λειτουργεί ως ένα είδος πολιορκητικού κριού, μέσω του οποίου έχουν κατορθώσει να μπουν για τα καλά και σε αγορές εκτός του – έτσι κι αλλιώς πολυπληθούς – ισπανόφωνου κόσμου. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως κάθε τέτοια τους προσπάθεια στέφεται και με επιτυχία. Ας πάρουμε πχ τη συγκεκριμένη ταινία ως παράδειγμα. Το πιασάρικο στοιχείο υπάρχει: κάποιος δολοφονεί ανθρώπους που εντέλει κάτι τους ενώνει (όχι το μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι) και μπαίνει σε κόπο ώστε να «στήνει» δολοφονημένους και τόπο του εγκλήματος προκειμένου να παραπέμπουν σε κάποιο από τα Καπρίτσια του Γκόγια. Ιντριγκαδόρικο, έτσι;

Ο κόσμος είναι εκπαιδευμένος στους σίριαλ κίλερς (αν δεν έχει κουραστεί κιόλας από αυτούς) κι ένας σίριαλ κίλερ με εικαστικές ανησυχίες, όσο να 'ναι, προσελκύει το ενδιαφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, κυρίως αποπροσανατολίζει. Και το κοινό που παρακολουθεί την ταινία αλλά και τις δύο αστυνομικούς που έχουν αναλάβει να εξιχνιάσουν την υπόθεση. Οπότε, πυροτέχνημα η φάση με τον Γκόγια. Χαμένη ευκαιρία. Οι δημιουργοί της ταινίας δεν εστιάζουν επάνω στον ζωγράφο. Κυρίως δεν προβαίνουν στην απαραίτητη σύγκριση των δύο εποχών: εκείνης κατά την οποία έδρασε ο σπουδαίος ζωγράφος και της σημερινής. Δύο εποχές που μοιάζουν πολύ, κυρίως στο γεγονός ότι η παρακμή είναι πανταχού παρούσα. Με μια φράση: ο Γκόγια και τα Καπρίτσια του εργαλιοποιούνται ως δόλωμα προσέλκυσης κοινού και δεν αξιοποιούνται για βαθύτερες και ουσιαστικότερες αναγνώσεις, κριτικές και αναλύσεις.

Τι άλλο θα μπορούσε να τραβήξει τον θεατή; Οι βασικοί πρωταγωνιστές. Το πως σκιαγραφούνται. Και το πόσο ικανοί είναι οι ηθοποιοί που τους υποδύονται προκειμένου να τους αποδώσουν ως τρισδιάστατους χαρακτήρες, με σάρκα και οστά. Κι εδώ τα αποτελέσματα είναι χλιαρά. Η Maribel Verdú στο ρόλο της Κάρμεν προσπαθεί για το καλύτερο με το υλικό που έχει στα χέρια της. Είναι εξαιρετική ηθοποιός και μας έχει σημαδέψει για πάντα από τότε που πέσαμε επάνω της με φόρα στο θεσπέσιο «Θέλω και τη μαμά σου». Όμως, η ηθοποιός είναι καλύτερη από το ρόλο. Έναν ρόλο κλισεδιάρικο: είναι σκληρή motherfucker η Κάρμεν, καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, οδηγεί σαν τρελή, όποτε νιώθει πιεσμένη πάει στην τουαλέτα και πίνει, είναι κυνική, πληγωμένη από σχέσεις, πληγωμένη από τη ζωή και φαίνεται πως για εκείνην μόνο η δουλειά υπάρχει.

Υπάρχει και μια υποπλοκή για το για ποιον λόγο δεν γουστάρει τα παιδιά (ή μήπως το αντίθετο;) που καταλαβαίνεις από μίλια μακριά πώς έχει πυροδοτηθεί αυτή η συμπεριφορά, που όμως δεν καταλήγει πουθενά – και πάλι κάτι που μένει αναξιοποίητο. Η Aura Garrido στο ρόλο της ρούκι Εύα χωλαίνει. Κι αυτό επειδή ούτε καλογραμμένο ρόλο έχει ούτε αξιόλογες ατάκες διαθέτει (όλες είναι απλόχερα δοσμένες στην Κάρμεν) αλλά και η ερμηνεία της δεν λέει πολλά. Δεν μπορεί να τραβήξει την προσοχή μας, δεν έχει κάτι το ενδιαφέρον επάνω της και ο μόνος λόγος ύπαρξής της είναι να προκαλεί αντίστιξη με την Κάρμεν.

the goya murders 5

Παρ' όλα αυτά, βλέπεις την ταινία και δεν σε πολυχαλάει, σου εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ ψυχαγωγίας, εντάξει, δεν βρίσκεις και τον σίριαλ κίλερ από την αρχή (τον υποψιάζεσαι, οκ), υπάρχει η απαραίτητη ατμόσφαιρα, σε κάποια σημεία καταλαβαίνεις πως μεγαλύτερο μπάτζετ ίσως να κατάφερνε το κάτι παραπάνω, αγωνία και σασπένς δεν χτυπάνε ακριβώς κόκκινο αλλά ok, υπάρχουν, είναι εκεί, ωραία η ιδέα για γυναικείο δίδυμο πρωταγωνιστριών, η φάση παλεύεται. Κι έρχεται ένα τόσο αντικούκου φινάλε να κατεβάσει τον μέσο όρο της ταινίας, που σκέφτεσαι «γιατί μωρέ παιδιά»; Οι σεναριογράφοι, στην προσπάθειά τους να κινηθούν αντισυμβατικά, το μόνο που καταφέρνουν είναι να διακόψουν βίαια την όποια σύνδεση είχε επιτύχει η ταινία με τους θεατές της. Αυτό φαίνεται ιδίως στα τελευταία πέντε λεπτά όπου θαρρείς και βιάζονται όλοι να «τακτοποιηθούν» τα πάντα, χωρίς εκκρεμότητες, να τσεκαριστούν όλα τα κουτάκια και να δοθεί η τελική λύση, η οποία απλώς δεν μας ενδιαφέρει πια. Το παιχνίδι, όμως, είχε ήδη χαθεί.

Ξεκινήστε με διάθεση «συγκρατημένα απαισιόδοξοι» και ίσως να παραβλέψετε τα ψεγάδια τούτης της ταινίας. Και σίγουρα, υπάρχουν πολύ χειρότερες ταινίες εκεί έξω αυτήν τη στιγμή. Α, και κοίτα να δεις, κάτι που δεν γνώριζα: ένα από τα συχνότερα μέρη όπου βρίσκουν αίμα όσοι ασχολούνται στην εξιχνίαση εγκλημάτων, είναι ο απορροφητήρας στην κουζίνα. Άπαπα...

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module