ΜΑΖΙ ΞΑΝΑ - Βασίλης Μάλτας

2202 2

Πώς αντιδρούμε στον φόβο της μοναξιάς, της εγκατάλειψης, στην πεποίθηση ότι η ευτυχία διαρκεί λίγο;

Είμαστε μονάχα όσα ζούμε ή και όσα δεν μπορέσαμε ή φοβηθήκαμε να ζήσουμε; Αποθέτουν, άραγε, ένα βάρος στη ζωή που ζούμε, διεκδικούν δικαίωση, την αναγνώρισή τους στη συνείδησή μας; Έχουμε επίγνωση πως αντιδρούμε στον φόβο της μοναξιάς, στον φόβο της εγκατάλειψής μας, στην πεποίθηση ότι η ευτυχία διαρκεί λίγο και τελειώνει οδυνηρά; Πότε καταλήγουμε να διαμορφώνουμε τη ζωή μας πάνω στην ανάμνηση του πόνου ή από πότε την είχαμε ήδη διαμορφώσει αποφεύγοντας τον πόνο; Αντιλαμβανόμαστε τον πόνο που προξενούμε στον άλλον ή όχι, έχοντας συνηθίσει τον πόνο που προξενούμε στον ίδιο μας τον εαυτό; Και, όταν αγγίζει εμάς ο πόνος, πόσο μας έχουν πονέσει οι άλλοι και πόσο ο πόνος απορρέει από τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία μας;

Μια ερωτική σχέση τελειώνει όταν εξαντλείται η δυναμική της ή ορισμένες φορές μας καθησυχάζει μια τέτοια άποψη ώστε να μην παραδεχτούμε την περιχαράκωσή μας; “Δεν χωρίσαμε. Με εγκατέλειψες”, θα διορθώσει κοφτά αλλά πονεμένα η Άλις τον Ματιέ που, διαστρέφοντας την πραγματικότητα, αποφεύγει την ευθύνη για τον πόνο που της είχε προξενήσει πριν 16 χρόνια, όταν την εγκατέλειψε θεωρώντας την ανεπαρκή για τις επαγγελματικές του φιλοδοξίες- και την εικόνα που φιλοδοξούσε να χτίσει. Γιατί, όμως, χαίνει ακόμα η πληγή της, γιατί εκείνος εξακολουθεί να μην ομολογεί, να μην της αποκαλύπτει τα κίνητρα, τις επιθυμίες και τους φόβους του; Ήταν τυχαίο που ο Ματιέ, στο χείλος της κατάθλιψης και προσπαθώντας να ανασυγκροτηθεί, επίλεξε αυτό το ξενοδοχείο για να απομονωθεί αγνοώντας, ωστόσο, ότι η Άλις ζει σ’ αυτήν τη μικρή πόλη, ήταν μια μοίρα που τους ξανάφερε κοντά ή ένα υπέροχο παραμύθι όπου η ίδια έχτισε το ξενοδοχείο με τη βεβαιότητα ότι κάποτε, σύντομα, εκείνος θα ερχόταν εκεί;- και να που συνέβη! Όταν ζωντανεύει ένας παλιός έρωτας, τροφοδοτείται από τον φόβο μιας νέας απογοήτευσης με έναν άγνωστο άνθρωπο ή τη λαχτάρα μιας νέας αρχής με τον γνωστό, οικείο άνθρωπο, βέβαιοι ότι πια κατανοούμε τον άλλον και τον εαυτό μας; Τροφοδοτείται από ερωτήματα που μέχρι να ξεδιαλυθούν, είναι πηγή ενός υπόκωφου πόνου, κατάθλιψης που υφέρπει, μιας πίκρας που διαποτίζει τις χαρές της καθημερινότητας; Από τη νοσταλγία μιας εποχής έξαψης καθώς σήμερα “όλα μπορεί να μην πάνε καλά αλλά, σε γενικές γραμμές, είμαστε καλά“; Από την επιθυμία να μην εκκρεμεί το τέλος που αξίζει σε εκείνη τη σχέση, την ανάγκη να βιωθεί το πένθος που εκκρεμεί; Μεγαλώνοντας, άραγε, επιτρέπουμε στο παραμύθι, σε γεγονότα και καταστάσεις που δεν ελέγχουμε, σε απροσδόκητα, αποκαλυπτικά συναισθήματα, να επιδράσουν καταλυτικά στη ζωή μας (σαν την 80χρονη φίλη της Άλις που απελευθερώνεται- η συνειδητοποίηση των πνιγηρών στερεοτύπων, η χαρά της ζωής στο τώρα!) ή αρκούμαστε σε μερικές βαθιές ανάσες σε μια απαράλλαχτη, τακτοποιημένη καθημερινότητα; Μέχρι πότε, όμως, μέχρι μια ολόκληρη ζωή; Θα εγκατέλειπε, άραγε, η Άλις τη δική της ασφάλεια ακόμα και χωρίς τη βεβαιότητα της επανένωσής τους, ακόμα και με τη βεβαιότητα για το ανέφικτο της επανένωσής τους; Κι ο άβουλος Ματιέ θα αφουγκραστεί το κρυμμένο μήνυμα της κατάθλιψης ή θα αποφασίσει την “υποβοηθούμενη αυτοκτονία στην Ελβετία”, όπως λέει στην Άλις (όχι και τόσο) χαριτολογώντας;

Μόλις τέσσερις εβδομάδες πριν την παράσταση, ο Ματιέ εγκαταλείπει τον θίασο: θα ήταν η πρώτη θεατρική του ερμηνευτική απόπειρα, εκτεθειμένος ζωντανά μπροστά στους θαυμαστές και θαυμάστριές του, χωρίς την προστατευτική δυνατότητα των πολλών λήψεων στα γυρίσματα των ταινιών όπου πρωταγωνιστεί. Ο φόβος της έκθεσης του εαυτού σε αντίθεση με την εικόνα με την οποία μας αναγνωρίζουν οι άλλοι- και μέσω της οποίας αποδεχόμαστε τον εαυτό μας. Ο Ματιέ έχει καταφύγει σε μια σχέση με γνωστή, δυναμική τηλεοπτική περσόνα (χωρίς ιδιαίτερη έγνοια για τον γιο τους) ενώ η Άλις, σ’ έναν ακύμαντο γάμο με σύζυγο που εκτιμά και μία κόρη που αγαπά αλλά η μελαγχολία την κατατρώει εσωτερικά. Θα είναι αυτή, μην έχοντας χάσει την επαφή με τα συναισθήματά της, που θα επιδιώξει την αναζωπύρωση με τον Ματιέ και θα είναι αυτός που, θέλοντας να διατηρεί θέση ισχύος απέναντί της, θα αναπαράγει τις απαντήσεις της συζύγου του προς τον ίδιο όταν μάταια ζητά τη συμπαράστασή της- εκείνες τις προκατασκευασμένες απόψεις που ακούγονται ώριμες αλλά είναι απόλυτες, τόσο απρόσωπες που δεν είναι ανθρώπινες: ότι είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας, ότι δεν πρέπει να μετανιώνουμε ούτε να αναρωτιόμαστε- αποκλείοντας τη θλίψη, τη συνειδητοποίηση του φόβου για εγγύτητα με τον άλλον, δικαιολογώντας μια αποστεωμένη συναισθηματικά ζωή. Και αποφεύγοντας τον πόνο που δεν μπορεί παρά να διοχετεύεται στους κοντινούς μας ανθρώπους, σαν σε συγκοινωνούντα δοχεία: αποκρύπτοντας τις συναντήσεις τους από τούς συζύγους τους, η Άλις κι ο Ματιέ επιθυμούν να μην στερηθούν τα καταφύγιά τους παρά μόνο αν το αποφασίσουν οι ίδιοι, να μην πονέσουν οι ίδιοι παρά οι άλλοι.

Το αργό ξεδίπλωμα μεταδίδει την αίσθηση της διαστολής του χρόνου για δύο ανθρώπους που χωρίς να έχουν πάψει να είναι ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον και, ταυτόχρονα, παραμένοντας ο ένας ερωτευμένος με την ανάμνηση του άλλου, ξαναδοκιμάζουν τον εαυτό τους στο σήμερα- έχουν, ωστόσο, επίγνωση ποιοι είναι σήμερα; Συλλαμβάνοντας τα βλέμματα που ανταλλάσσονται, που αδημονούν για την ανταπόκριση του άλλου, που αισθάνονται ότι αναγνωρίζουν έναν παντοτινά δικό τους άνθρωπο στον άλλον, μας προσφέρεται ο χρόνος να συντονιστούμε με τον εσωτερικό τους κόσμο. Χωρίς πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα, παρατηρώντας τα με διακριτικότητα από μια απόσταση (στις πρώτες συναντήσεις, βλέπουμε περισσότερο το προφίλ τους), με μια διαλογιστική εναλλαγή των εικόνων του χειμωνιάτικου παραθαλάσσιου τοπίου και του ανοιχτού ορίζοντα όπου αισθάνονται πιο κοντά με τις εικόνες στους κλειστούς χώρους όπου επιστρέφουν στις παράλληλες ζωές τους, χωρίς συναισθηματικές κορυφώσεις ή μελοδραματισμούς παρά χαμηλότονα, με μελαγχολικό τόνο, με τρυφερότητα για τους δύο ήρωες, με λεπτές παρατηρήσεις στις ψυχοσυνθέσεις και τις συμπεριφορές. Η ταινία περισσότερο απεικονίζει γνώριμες καταστάσεις και διλήμματα- όμως, αν και οι φόβοι του ανοίγματος στην προοπτική της ευτυχίας είναι κοινοί για τόσο πολλούς ανθρώπους, μια ερωτική σχέση πάντα είναι μια προσωπική ιστορία, προσωπική παραλλαγή των γνώριμων καταστάσεων, διλημμάτων και φόβων, γι’ αυτό θα θέλαμε μεγαλύτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Και, το μουσικό σκορ είναι αχρείαστο αρκετές φορές ενώ η διάρκεια θα μπορούσε να ήταν μικρότερη προς το τέλος. Όμως, υπάρχει η υπέροχη ερμηνεία της Άλμπα Ρορβάχερ! Στο πρόσωπό της ζωντανεύει αφοπλιστικά, συναρπαστικά ο θυμός και η ευαλωτότητα, η ελπίδα και η ανάγκη για ψευδαίσθηση, η χαρά και η απογοήτευση, η κατανόηση και το βάσανο, η δυνατότητα της υπέρβασης και η ηδονικότητα της προσκόλλησης .

Η ταινία του Στεφάν Μπριζέ προκαλεί σκέψεις, αναπολήσεις και συζητήσεις, κυρίως συγκινεί.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module