
Με μια ήδη δυστοπική, αποικιοκρατικών υπολειμμάτων, βουτηγμένη σε μια malaise απάθειας και αβεβαιότητας, κοινωνία μας καταπιάνεται στη διάρκειας τριών σχεδόν ωρών ταινία του, Pacifiction (λέξη παίζει ανάμεσα στο pacify και fiction, δηλαδή στην ειρήνευση και την μυθοπλασία), ο Καταλανός σκηνοθέτης Άλμπερτ Σέρα, δημιουργός ταινιών γύρω από ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα (από τον Χίτλερ και τον Γκέτε μέχρι τον Δράκουλα).
Ο Ντε Ρολέ, ο ήρωάς του, ύπατος αρμοστής στην Ταϊτή, της Γαλλική Πολυνησίας, είναι ένας πανούργος, συχνά και κωμικός, Γάλλος διπλωμάτης, πιόνι στην πραγματικότητα της κυβέρνησης ο οποίος καταφέρνει με διάφορους τρόπους να τακτοποιεί όλες τις υποθέσεις, ασήμαντες και σημαντικές, τόσο με τους αυτόχθονες όσο και με τους τουρίστες επισκέπτες (μαζί και τους Γάλλους ναυτικούς), άλλοτε στο περιβόητο νυχτερινό κέντρο του Μόρτον, όπου όλα επιτρέπονται, άλλοτε σε προσωπικές επισκέψεις στα διάφορα νησιά.
Τα πράγματα θ’ αλλάξουν όταν αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες για νέες πυρηνικές δοκιμές (μετά τις καταστροφικές εκείνες που υπέστη το νησί 20 χρόνια πριν), μετατρέπουν τον Ντε Ρολέ σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ που αρχίζει να ψάχνει για ν’ ανακαλυψει αν αυτές αληθεύουν. Μέσα από μια σειρά σκηνών, συχνά να αγγίζουν το σουρεαλισμό, δοσμένες με εικαστικά πανέμορφες εικόνες των τοπίων, σε αντίστιξη με το μυστήριο και την όλη (συχνά αισθησιακή) ατμόσφαιρα, ο Σέρα προσπαθεί να απομυθοποιήσει την τουριστική, ειδυλλιακή έλξη των νησιών και να δημιουργήσει την καφκική ατμόσφαιρα πίσω από την ψεύτικη ηρεμία που επικρατεί.
Ιστορία και πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε ένα συναρπαστικό κοινωνικό θρίλερ, με τον Σέρα όμως να το απορρίπτει για μια νωχελική ατμόσφαιρα, που στρέφεται, όχι όμως με την αναμενόμενη επιτυχία, στον κόσμο του Τζόζεφ Κόνραντ (υπάρχουν κάπου -κάπου σκηνές που θυμίζουν την «Καρδιά του σκότους» και το «Αποκάλυψη τώρα») με τον Ντε Ρολέ να περιφέρεται, με το άσπρο κοστούμι και τα φανταχτερά του πουκάμισα (να τονίζουν την αποικιοκρατική του κληρονομιά), ένα σχεδόν εξωγήινο ον, άλλοτε να τακτοποιεί τα τοπικά προβλήματα, άλλοτε να ψάχνει για την αλήθεια, κι άλλοτε να σκηνοθετεί ένα τοπικό θέαμα με κοκορομαχίες (από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας) σε ένα σύγχρονο, βυθισμένο στην ατονία και την ανασφάλεια κόσμο.
Μόνο που η όλη ανάπτυξη παραμένει επιδερμική, την οποία συχνά δεν εξυπηρετεί ο ρυθμός (δυστυχώς ο Σέρα δεν είναι ο Απιτσαπόνγκ Βαρεσεθακούλ), και είναι βασικά στην εξαιρετική ερμηνεία και την όλη παρουσία του Μπενουά Μαζιμέλ (ακόμη και στον εξαιρετικό, μεγάλης διάρκειας, μονόλογο του γύρω από την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της κοινωνίας μας και γενικότερα του σύγχρονου πολιτισμού μας) που η ταινία κερδίζει μέχρι σ’ ένα βαθμό τον θεατή.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
