ΜΗΤΡΙΚΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ - Στράτος Κερσανίδης

2094 8

Τύψεις και ενοχές

Δεκαετία του 1960 σε μια πλούσια αμερικανική γειτονιά η Σελίν και η Άλις ζουν με τις οικογένειές τους σε γειτονικά σπίτια. Οι γιοι τους, ο Μαξ κι ο Θίο είναι συνομήλικοι και συμμαθητές. Τα πάντα μοιάζουν ειδυλλιακά μέχρι τη μέρα που ο γιος της Σελίν, ο Μαξ, θα πέσει από το μπαλκόνι και θα βρει τραγικό θάνατο. Το δυστύχημα συνέβη μπροστά στα μάτια της Άλις η οποία όμως δεν κατάφερε να το αποτρέψει. Από τη μια στιγμή στην άλλη η ζωή της Σελίν μοιάζει να καταστρέφεται, δεν μπορεί να αποκτήσει άλλο παιδί ενώ μέχρι κι ο γάμος της κλονίζεται. Από την άλλη η Άλις νιώθει τύψεις για το θάνατο του Μαξ και νομίζει ότι και η φίλη της τη θεωρεί ένοχη. Επιπλέον η αγάπη που αρχίζει να δείχνει η Σελίν για το Θίο, το γιο της Αλίς, την τρομάζει.

Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη, οι σχέσεις των δύο οικογενειών και ιδίως των δύο γυναικών μοιάζουν να ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί. Τύψεις, ανασφάλειες, ενοχές, σασπένς, μυστικά και ψέματα δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ και μια σειρά από αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα. Τι συμβαίνει πραγματικά; Ποια από τις δύο γυναίκες λέει ψέματα και ποια αλήθεια; Ο σκηνοθέτης με μαεστρία θέτει μια σειρά από δύσκολα ερωτήματα και πηγαίνει έτσι μέχρι το τέλος.

Το «Μητρικό ένστικτο» (Mothers’ instinct) του Μπενουά Ντελόμ είναι ένα άκρως ενδιαφέρον ψυχολογικό θρίλερ που παραπέμπει κατευθείαν στον Χίτσκοκ. Και, νομίζω, πως ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να τα πάει ακόμη καλύτερα αν επέμενε και ακολουθούσε το δρόμο του μετρ, αποφεύγοντας μια σειρά από μελοδραματικά στοιχεία, τα οποία κατά την άποψή μου θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Όμως, για να μην αδικήσω τον Ντελόμ, θα σταθώ στην καταπληκτική δουλειά που έκανε στον τομέα των χαρακτήρων. Ιδίως στους δύο κεντρικούς γυναικείους χαρακτήρες της Σελίν και της Αλίς, για τους οποίους έχει και δύο θαυμάσιες ερμηνεύτριες, την Αν Χάθαγουεϊ και την Τζέσικα Τσάνστειν αντίστοιχα.

Πολύ καλή δουλειά στη φωτογραφία -άλλωστε ο Μπενουά Ντελόν είναι φωτογράφος- όπως και στα σκηνικά και τα κουστούμια, που παραπέμπουν με επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, εποχή της ευμάρειας και των ευκαιριών στις ΗΠΑ, μερικά χρόνια πριν τις κοινωνικές εκρήξεις του τέλους της δεκαετίας. Με αυτήν την έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία αποτελεί και ένα πολιτικό σχόλιο για την κοινωνική πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα.

Η ταινία είναι το αμερικανικό ριμέικ της βελγικής ταινίας του 2018 που σκηνοθέτησε ο Ολιβιέ Μασέτ Ντεπασλί.

Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com

Smart Search Module