
Αρχικά, πρέπει να γίνει αναφορά στο ότι, σε επίπεδο πλοκής, το συγκεκριμένο ριμέικ είναι σχεδόν απόλυτα πιστό στην πρωτότυπη ταινία, άρα μένει να φανούν οι διαφοροποιήσεις στον τομέα κάποιων δημιουργικών επιλογών για να δικαιολογήσουν ή όχι την ύπαρξη του φιλμ. Δυστυχώς όμως, οι όποιες αλλαγές γίνονται σε λεπτομέρειες επιδεινώνουν την ευρύτερη εικόνα, με τη σύγκριση ανάμεσα στις δύο δουλειές να βγάζει ως ξεκάθαρο νικητή τη δημιουργία που υπήρξε η πηγή έμπνευσης για την εν λόγω διασκευή.
Η επιτυχία του πονήματος του Olivier Masset-Depasse βρισκόταν μεταξύ άλλων και στη λεπτότητα της ιδιοσυγκρασίας του. Ναι μεν τσέκαρε κάποια νοητά κουτάκια του θρίλερ που έχουν απήχηση και στο ευρύτερο κοινό, όμως ποτέ δεν εκτροχιαζόταν στην υπερβολή, ακόμη και αν η ιστορία που είχε να αφηγηθεί δεν ήταν απαραίτητα ρεαλιστική με όρους πραγματικής ζωής. Οι επιπρόσθετες πινελιές του «ξαναδιαβάσματος» που επιχειρεί ο διευθυντής φωτογραφίας Benoit Delhomme στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο είναι ως επί το πλείστον χοντροκομμένες, με αρκετά κλισέ του είδους που ήταν συνηθισμένο να συναντήσει κανείς από ΗΠΑ μεριά κατά τη διάρκεια προηγούμενων δεκαετιών (από τις σωματικές συμπλοκές στην κορύφωση μέχρι την εκνευριστικά εμφατική χρήση της μουσικής), και με μια σεναριακή γραφή μηχανική, με τυποποιημένες φράσεις και χωρίς πειστικό χτίσιμο χαρακτήρων, με αποτέλεσμα οι σταδιακές αλλαγές στη συμπεριφορά των ηρώων όσο εξελίσσονται τα δρώμενα να φαντάζουν σχεδόν εντελώς αδούλευτες.
Μέχρι και οι φεμινιστικές προσθήκες που εντοπίζονται στο πώς αποτυπώνονται οι δυναμικές ανάμεσα σε κάποιες διαπροσωπικές σχέσεις είναι πιο κραυγαλέες σε σχέση με το φιλμ που αποτέλεσε τη βάση έμπνευσης, σαν να γίνεται αντιληπτός ο θεατής ως όχι ιδιαίτερα έξυπνος, σαν να έχει ανάγκη να «μασηθεί» η πνευματική τροφή που του προσφέρεται. Ο δε τρόπος με τον οποίο φιλτράρεται από το κείμενο ο χαρακτήρας της Celine φλερτάρει πάρα πολύ έντονα με την καρικατούρα, δεν αφήνει την αίσθηση ενός πορτρέτου που να διαθέτει μια ψυχολογική ισορροπία και μια αληθοφάνεια που να το κάνουν να ξεφεύγει από στερεοτυπικές περιγραφές.
Ούτε η άτυπη ερμηνευτική μονομαχία ανάμεσα σε Jessica Chastain και Anne Hathaway βγάζει λαγούς από καπέλο. Το αντίθετο, αποτελεί μια αφορμή για ένα ρεσιτάλ αβανταδόρικων υπερβολών, ειδικά από τη πλευρά της Hathaway, που από ένα σημείο κι έπειτα κουράζει. Μεγάλη ζημιά στη δραματουργία κάνει και το γεγονός ότι δεν έχει δοθεί σωστή καθοδήγηση ειδικά στους ανήλικους ηθοποιούς.
Από το σύνολο μένουν ένα οπτικό στήσιμο το οποίο είναι αρκετά άρτιο, ειδικά για τα δεδομένα ενός όχι και τόσο μεγάλου προϋπολογισμού, κάποιες σεναριακές «σφήνες» που όντως προσθέτουν κάποιο βάθος (αν και είναι υπερβολικά μεμονωμένες για να κάνουν τη διαφορά) και το φιλότιμο του Delhomme όσον αφορά το πώς αντιμετωπίζει το υλικό στο οποίο στηρίζεται, καθώς αρνείται να «στρογγυλέψει» τουλάχιστον τις πιο αιχμηρές του πλευρές. Κατά τα άλλα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια της θέασης πηγάζει από την ανάλυση όλων των τροποποιήσεων που εντοπίζονται σε σχέση με το πρωτότυπο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι δυσλειτουργικό στο μεγαλύτερο μέρος του, αλλά μπορεί παράπλευρα να ωφελήσει αρκετούς σινεφίλ εκεί έξω, από την άποψη ότι ενδέχεται να τους προσανατολίσει στο να αναζητήσουν μια κινηματογραφική πρόταση που διέφυγε της προσοχής της μεγαλύτερης μερίδας του κόσμου όταν κυκλοφόρησε στις ελληνικές αίθουσες το 2019.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr
