ΝΕΟ ΑΓΟΡΙ, ΤΟ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

1839 2

Στη δική του παιδική ηλικία, όταν ζούσε σε χριστιανικό ορφανοτροφείο, στρέφεται ο Αυστραλός σκηνοθέτης Γουόρικ Θόρντον («Σαμψών και Δαλιδά», « Γλυκιά πατρίδα») για να καταγράψει τη σύγκρουση ενός εννιάχρονου Αβορίγινα ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς.

Τοποθετημένη στη δεκαετία του ‘40, στη διάρκεια του Β´ παγκόσμιου πολέμου, η ταινία παρακολουθεί τη βίαιη αρπαγή του Νέου Αγοριού (πραγματική αποκάλυψη ο μικρός Ασουάν Ριντ), όπως θα τον αποκαλούν, και τη μεταφορά του στο μοναστήρι/ορφανοτροφείο, με τα άλλα επτά Αβορίγινα παιδιά, που φροντίζει η αποστάτρια μοναχή, Αδελφή Αϊλίν (Κέιτ Μπλάνσετ), με τη βοηθεια μιας άλλης μοναχής, της «Αδελφής Μαμμάς» (Ντέμπορα Μέιλμαν), όπως την αποκαλούν τα χωρίς μητέρα παιδιά, και του μοναδικού υπαλλήλου του οικοτροφείου, Τζορτζ (Γουέιν Μπλερ).

Αντίθετα με τα άλλα παιδιά, που έχουν υποκύψει στις χριστιανικές επιταγές του οικοτροφείου (ντυμένοι ομοιόμορφα, ψέλνοντας τους ύμνους μαζί με την Αδελφή Αϊλίν, και κάνοντας διάφορες δουλειές, μαζί με τις δυο μοναχές, αντικαθιστώντας τους άντρες που λείπουν στον πόλεμο («πρόωρο εργατικό δυναμικό», όπως το χαρακτηρίζει θλιμμένα η Αϊλίν),  το Αγόρι, πάντα σιωπηλό και μισόγυμνο, τρώει με το χέρι του, περιφέρεται και ακολουθεί τους άλλους χωρίς τις πιο πολλές φορές να συμμετέχει, κοιμώμενος κάτω από το κρεβάτι του και ζώντας σ’ ένα δικό του μαγικό κόσμο (βγάζοντας από τη χούφτα του ένα φωτεινό μπαλάκι, κι όταν ένα  από τα αγόρια πεθαίνει ύστερα από δάγκωμα φιδιού, το Αγόρι καταφέρνει να το ξαναζωντανέψει ρουφώντας ο ίδιος το δηλητηριασμένο αίμα του).

Τα πράγματα παίρνουν μιαν άλλη στροφή όταν στο μοναστήρι καταφθάνει το τεράστιο άγαλμα ενός Εσταυρωμένου, που το παιδί αρχίζει να αντιμετωπίζει ως τμήμα της αθώας παιδικής του φαντασίας (θα σκαρφαλώσει σ’ αυτό και θα το αγκαλιάσει όπως αγκάλιαζε πριν ένα δέντρο) και θα το εντάξει στο δικό του μαγικό κόσμο. Αυτό το μαγικό ρεαλισμό καταφέρνει να εντάξει στην αφήγηση του ο Γουόρικ Θόρντον, αφήγηση που, μαζί με την τόσο όμορφη και υποβλητική μουσική του Νικ Κέιβ και του Γουόρεν Έλβις, χρησιμοποιεί και την ποίηση και το λυρισμό, στις σκηνές γυρισμένες στη φύση γύρω από το μοναστήρι (ο ίδιος είναι και υπεύθυνος για τη φωτογραφία), τμήμα της ζωής των Αβορίγινων, ζωής που ο Χριστιανισμός προσπαθεί να αλλάξει για να τους στείλει να ζήσουν λευκοί» σε μια κοινωνία λευκών, με το ατίθασο Αγόρι να βρίσκει στον Εσταυρωμένο κάτι το αθώο και θαυμάσιο που η Αδελφή Αϊλίν, παρά το πάθος, την ειλικρίνεια, μαζί και τις ενοχές που την διακατέχουν, δεν καταφέρνει να ανακαλύψει (με την Κέιτ Μπλάνσετ να δίνει με ξεχωριστή δύναμη και ευαισθησία το γκάμα των συναισθημάτων της). Ένα όμορφο, δυνατό σχόλιο πάνω στην άρνηση των λευκών αποικιοκρατών να αποδεχτούν τον πολιτισμό των ιθαγενών αλλά να προσπαθούν να τους εντάξουν στο δικό τους απάνθρωπο καπιταλιστικό πολιτισμό.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module