ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

2036 4

Ο σεναριογράφος Άνταμ γνωρίζει τυχαία τον αινιγματικό του γείτονα Χάρι, μια συνάντηση που αποβαίνει καθοριστική στην καθημερινότητά του. Καθώς ο Άνταμ έρχεται όλο και πιο κοντά με τον Χάρι, αρχίζει να συναντά μυστηριωδώς και τους δύο γονείς του, πίσω στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, εκεί που ο πατέρας κι η μητέρα του είναι ζωντανοί και μοιάζουν ακριβώς όπως έμοιαζαν πριν 30 χρόνια – τότε δηλαδή που έφυγαν από τη ζωή.

Ο Άντριου Χέιγκ (“45 Χρόνια”, η σειρά “Looking”) σκηνοθετεί μια από τις πιο αγαπητές και ανοιχτά σπαρακτικές ταινίες της χρονιάς, διασκευάζοντας το βιβλίο “Strangers” του 1987 από τον Ταϊτσι Γιαμάντα, και μετατρέποντας το κεντρικό στόρι σε μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο άντρες – ξαφνικά οι μυστηριώδεις συναντήσεις με τους γονείς αποκτούν νέο νόημα καθώς λειτουργούν ως κάποιου είδους coming out, ενώ η μοναξιά την οποία με κάποιο τρόπο βιώνει ο ήρωας γίνεται επέκταση μιας ψυχρής μητρόπολης που δεν τον χωράει.

Η προσέγγιση του Χέιγκ έχει μεγάλο ενδιαφέρον, πρόκειται εξάλλου για ένα σκηνοθέτη που αναζητά τα σιωπηλά πάθη πίσω από τις ψυχρές σιωπές. Εδώ πηγαίνει το στυλ του και την αφήγησή του σε ένα extreme σημείο, αποκόπτοντας κάθε είδους context από την ιστορία και εστιάζοντας σε ακραίο βαθμό πάνω στην οπτική του κεντρικού του ήρωα, παιγμένου με τραγικότητα κι ευαισθησία από τον Άντριου Σκοτ του “Fleabag” – έναν πολύ καλό ηθοποιό που συζητήθηκε έντονα ακόμα και για οσκαρική υποψηφιότητα φέτος βάσει αυτής της εμφάνισης.

Χάρη στην ακραία αυτή εστίαση δημιουργείται μια αφηγηματική συνθήκη που καλεί τον θεατή να ζωγραφίσει έξω από τα κενά, σα να παρακολουθούμε το επαναλαμβανόμενο μοτίβο αναζήτησης μιας ψυχής που περιτριγυρίζεται από το απόλυτο κενό. Ως εκ τούτου, αν η ταινία πιάσει εξαρχής τον θεατή, είναι κατανοητό το πώς μέχρι το (σαρωτικό, αλλά στην πραγματικότητα και τρομερά χειριστικό) φινάλε μπορεί να διαλύσει συναισθηματικά κάποιον.

Υπάρχει όμως παράλληλα και μια δραματουργική αδράνεια καθώς οι επιλογές του Χέιγκ μας αφήνουν με μια μονοδιάστατη ιστορία που καθόλη της τη διάρκεια επαναλαμβάνει ξανά και ξανά την ίδια ιδέα (που δεν αποφεύγει και κάποια κλισέ δραματικά στοιχεία), με μεγαλύτερη ένταση, σαν σφυροκόπημα, δίχως τίποτα εξωτερικό να εισβάλει ή τίποτα εσωτερικό να δραπατεύει. Κι η οποία, προκειμένου να εξυπηρετήσει την προβληματική δομή της ταινίας και τη διάθεση του Χέιγκ να φέρει τον θεατή σε ένα προκαθορισμένο συναισθηματικό αδιέξοδο, παραμένει αινιγματικά αόριστη, σαν ένα επίμονο set-up προς ένα εκκωφαντικό punchline, που σε κοιτάζει επίμονα στα μάτια μέχρι να κάνεις πίσω.

Οι συναντήσεις με τους γονείς (Τζέιμι Μπελ και Κλερ Φόι) λούζονται με ζεστές αποχρώσεις τονίζοντας τη ζεστασιά και την ασφάλεια του παρελθόντος, παρέα με μια σειρά από περασμένες, λαοφιλείς μουσικές επιτυχίες, ενώ οι σκηνές με τον Χάρι (του απλά φανταστικού και πάλι Πολ Μέσκαλ, με μια αίσθηση κινδύνου αλλά και με μια ακαθόριστη ανοιχτή συναισθηματική πληγή και ευαισθησία να τον χαρακτηρίζει) είναι πιο κινητικές και παθιασμένες.

Έχει ενδιαφέρον μια ματιά στην προηγούμενη κινηματογραφική μεταφορά του ίδιου βιβλίου, από τον δημιουργού του εμβληματικού “House”, Νομπουχίκο Ομπαγιάσι. Στο σπουδαίο “Discarnates” του 1988, ο ίδιος αφηγηματικός ιστός σχηματίζεται με έναν τρόπο που δίνει ουσιώδες πλαίσιο στην ύπαρξη του κεντρικού ήρωα, στον κόσμο με τον οποίον όλο περισσότερο χάνει επαφή, στον τρόπο με τον οποίο παγιδεύεται στο παρελθόν, και στη βιαιότητα της νοσταλγίας ως μιας αληθινής αρρώστιας που καταλήγει να τον σαπίζει – κυριολεκτικά. Ο Ομπαγιάσι γενικότερα αγκαλιάζει περισσότερο τη σωματικότητα και την gore οπερατικότητα της ιστορίας, κι ενώ παίζει με αντίστοιχο τρόπο με τις αποχρώσεις, εκεί υπάρχει αληθινό νόημα μιας και υπογραμμίζουν έναν διαχωρισμό που στην διασκευή του Χέιγκ δεν υφίσταται επί της ουσίας.

Αξίζει ακόμα και μια νέα ματιά στο εξαιρετικό “45 Χρόνια” με την Σαρλότ Ράμπλινγκ, του ίδιου του Χέιγκ, ένα συναισθηματικά καταστροφικό φιλμ που επίσης στοχάζεται πάνω στο παρελθόν που επιμένει να επιστρέφει. Ή μάλλον καλύτερα, να αποκαλύπτεται ως κάτι που πάντα βρισκόταν εδώ, ανάμεσά μας. Ένα παρελθόν, άρα, αδύνατον να διαχωριστεί από τον παρόν – μια διαπίστωση σιωπηλά συνταρακτική καθώς σταδιακά προκύπτει. Στους “Αγνώστους” αντιθέτως, το παρελθόν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας για έναν χαρακτήρα δίχως άγκυρα στο τώρα. Μια ταινία όπου τα συναισθήματα διαρκώς εξηγούνται (και επεξηγούνται), αλλά είναι δύσκολο να διακρίνεις κάτι απτό στο οποίο αντηχούν. Στο φιλμ του Χέιγκ, πέρα από το “μεταξύ μας”, υπάρχει απλώς το Άγνωστο.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module