
Μετά τη συμπαθέστατη «Νονά της Νύχτας», ο Jean-Paul Salome κάνει μια στροφή σε ένα πιο σοβαρό ύφος μαζί με την Isabelle Huppert και πάλι. Πριν αξιολογηθεί το αν αυτή η αλλαγή «τερέν» είναι επιτυχημένη, πρέπει να τεθούν κάποια ερωτήματα.
Πρώτον, έχει ξεπεραστεί άραγε αυτό το αμερικανικής νοοτροπίας σχήμα του «ενός ανθρώπου κόντρα στο σύστημα» όσον αφορά το σινεμά που τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, το οποίο εντοπίζεται κι εδώ; Σίγουρα πρόκειται για μια μέθοδο που υπεραπλουστεύει κι ενίοτε παίζει και το χαρτί της προπαγάνδας υπέρ ενός ατομικισμού με φιλελεύθερες (με την κλασική πολιτική έννοια) βάσεις εις βάρος μιας θεώρησης που τείνει περισσότερο προς τη συλλογική δράση. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που αφήνουν λίγα περιθώρια στο να ερμηνευτεί αλλιώς μια συγκεκριμένη αφήγηση, και η Maureen Kearney όντως πρόκειται για μια ιδεαλίστρια που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα από δυνάμεις που έχουν τις ρίζες τους στην καρδιά του γαλλικού κράτους. Και είναι σαφές ότι η επιμονή της ίδιας της Kearney προέρχεται όχι από μια αξιακή αντίθεση στην ύπαρξη των διαχρονικών δομών που διαθέτουν νομιμοποίηση που υπερβαίνει την αντίστοιχη του οποιουδήποτε ατόμου, αλλά από μια εγκάρδια πεποίθηση ότι πίσω από αυτούς τους μηχανισμούς κρύβεται ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο που μπορεί να έρθει με αλλαγές εκ των έσω.
Δεύτερον, είναι η επιλογή της εν λόγω αληθινής ιστορίας σαν να χρησιμοποιείται για να χρυσώσει το χάπι στον θεατή για ένα ιδιαίτερα φλέγον ζήτημα, αυτό της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, προβάλλοντας άλλες πολιτικές παραμέτρους για να καλυφθεί ένα ενδεχόμενο «ξέπλυμα» που αφορά τη συγκεκριμένη διάσταση; Μπορεί υπό άλλες συνθήκες μια τέτοια ανησυχία να είχε ισχυρές βάσεις. Το ζήτημα όμως είναι το πού δίνει έμφαση ο Salome και ποιο είναι το πιθανότερο επιμύθιο που θα μείνει στο μυαλό της πλειοψηφίας του κοινού. Εν προκειμένω, αυτό που υπογραμμίζεται είναι οι προσπάθειες της Kearney να διασωθούν υπάρχουσες θέσεις εργασίας, όχι μια σταυροφορία για χάρη ενός συγκεκριμένου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για να διατυπωθεί κάπως χοντροκομμένα, το να αγνοείται η πλέον σημαντική πτυχή της δράσης της εν λόγω γυναίκας, όπως και ο πόλεμος που δέχθηκε από συμφέροντα με ονοματεπώνυμα, επειδή το ενεργειακό background είναι αυτό που είναι, μοιάζει με το να κατηγορεί κανείς την Erin Brockovich ως όργανο της κεφαλαιοκρατίας επειδή απλά κάνει οικολογικό ακτιβισμό χωρίς να μιλάει ευθέως για ένα εναλλακτικό μοντέλο οικονομικής διαχείρισης.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα πως στον «Εύκολο Στόχο» τα πάντα γίνονται σωστά. Αρκετές στιγμές το σενάριο γίνεται κάπως παραπάνω διδακτικό από αυτό που θα έπρεπε, ενώ και η κινηματογράφηση, αν κι έχει τη βοήθεια ενός αποτελεσματικού μοντάζ, είναι υπερβολικά συμβατική για να απογειώσει καλλιτεχνικά το σύνολο. Όμως το μήνυμα αρθρώνεται με μια ευθύτητα που σπανίζει στο πολιτικό σινεμά εν γένει σήμερα, και το γεγονός πως αποδίδονται ονομαστικά ευθύνες τη στιγμή που στο συγκεκριμένο είδος βασιλεύουν η υπόνοια και το έμμεσο υποδεικνύει ένα θάρρος εκ μέρους των συντελεστών. Οι φεμινιστικές διαστάσεις των γεγονότων, που υπήρξαν τότε αλλά στη σημερινή εποχή κάτω από τον φακό του #MeToo αποκτούν ακόμη πιο αυξημένη βαρύτητα, αναλύονται ουσιαστικά, και οι συνιστώσες του σεναρίου που παραπέμπουν σε ψυχογράφημα για την πρωταγωνίστρια ευτυχώς δεν δίνουν την αίσθηση ενός αδιάκριτου και κουτσομπολίστικου ξεψαχνίσματος. Και σίγουρα προσμετράται στα θετικά το ότι παρά την έκβαση της υπόθεσης, το φιλμ αποφεύγει τον άγονο πεσιμισμό κι εμπνέει για δράση.
Η Isabelle Huppert έχει φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο καλλιτεχνικής υπέρβασης που πραγματικά δεν έχει τίποτα άλλο να αποδείξει, οπότε την τιμάει διπλά το ότι αφοσιώνεται στον ρόλο που αναλαμβάνει σε βαθμό άκρως σχολαστικό, τη στιγμή που θα μπορούσε να ξεμπερδέψει με μια διεκπεραιωτική προσέγγιση. Η ουσία της ηρωίδας της κρύβεται στον συνδυασμό του δυναμικού και του ευάλωτου, με αμφότερα τα χαρακτηριστικά να τονίζονται εξαιρετικά διακριτικά. Η αποφασιστικότητα της Kearney αποτυπώνεται ουσιαστικά, με πράξεις, κι έναν γενικότερο αέρα που εκπέμπει φυσικά αυτοπεποίθηση, δεν την εκβιάζει. Και όταν έρχεται η οδύνη της σύγκρουσης η αλλαγή στη γενικότερη συμπεριφορά έρχεται ερμηνευτικά από τη Huppert με μια συγκλονιστικής ακρίβειας λεπτότητα, που τελικά μεγεθύνει τον συναισθηματικό αντίκτυπο της διαμάχης αυτής στον θεατή.
Κάπως έτσι προκύπτει σινεμά συναρπαστικό, εύστοχο στις επισημάνσεις του κι επίκαιρο σε πολλά από τα συμπεράσματά του. Επειδή από την αρχή καθορίζεται μια mainstream στόχευση εντοπίζεται κι ένα φιλτράρισμα για να γίνουν πιο εύπεπτες κάποιες παράμετροι, να μπει λίγο νερό στο κρασί, σε γενικές γραμμές όμως όσα λέγονται είναι σημαντικά ακόμη και υπό αυτό το πρίσμα.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr
