
Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται το αληθινό success-story που αποτελεί το επίκεντρο του «Gran Turismo», έχει όλη την αφέλεια και τις ευκολίες που θα περίμενε κανείς από ένα κινηματογραφικό προϊόν μεγάλου προϋπολογισμού που προορίζεται κυρίως για ένα εφηβικό κοινό, ακόμη περισσότερο δε αυτό που αφιερώνει μεγάλο μέρος του χρόνου του στο gaming.
Όλες οι συγκρούσεις είναι «στρογγυλεμένες» στο έπακρο, άρα και ακίνδυνες, το πολιτικοινωνικό background είναι σαν να μην υπάρχει και οι άνθρωποι των μεγάλων εταιρειών πάντα έχουν τις καλύτερες των προθέσεων. Ενδεικτικό χαρακτηριστικό αυτής της νοοτροπίας το πώς αντιμετωπίζεται ένα ιδιαίτερα τραγικό γεγονός στη σταδιοδρομία του Jann Mardenborough, με τη λύπη να επικρατεί για πέντε με δέκα λεπτά και ύστερα να έρχεται μια γρήγορη επαναφορά στο κλίμα της ταχύτητας και του ενθουσιασμού που γέμιζε την οθόνη κατά τη διάρκεια των προηγούμενων λεπτών. Όλα αυτά ίσως και να «χωνεύονταν» πιο εύκολα αν το φιλμ λειτουργούσε καλά στο επίπεδο που μετράει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό του μπλοκμπάστερ, αλλά κι εκεί υπάρχουν δυστυχώς προβλήματα.
Οι σκηνές των αγώνων στην πλειοψηφία τους έχουν την απαιτούμενη ένταση κι εκείνο το κοφτό μοντάζ που χρειάζεται για να κρατήσει την προσοχή του θεατή, αλλά κάποιες εμβόλιμες σκηνοθετικές εμπνεύσεις (για παράδειγμα τα εφέ που χρησιμοποιούνται όταν ο Jann φαντάζεται τον εαυτό του μπροστά από την κονσόλα κατά τη διάρκεια μιας πραγματικής κούρσας) είναι περιττές και αποπροσανατολιστικές. Θέαμα στις εν λόγω σεκάνς υπάρχει, αλλά τα τελευταία χρόνια ειδικά το άθλημα αυτό έχει γνωρίσει και πιο εντυπωσιακές κινηματογραφικές στιγμές (το «Κόντρα σε Όλα» του James Mangold ίσως είναι το πιο προφανές παράδειγμα). Και δεν αρκούν αυτές από μόνες τους μαζί με κάποια άλλα καλά μεμονωμένα στοιχεία για να διορθώσουν τις δραματουργικές ατέλειες που εντοπίζονται και δεν είναι λίγες. Ίσως να χρειαζόταν και μια πιο σφιχτοδεμένη διάρκεια, ειδικά από τη στιγμή που ο στόχος από την αρχή είναι τα ταμεία.
Ευχάριστη έκπληξη αποτελούν δύο ερμηνείες που βελτιώνουν τη γενική εικόνα. Από τη μία πλευρά ο Archie Madekwe, που είναι αναπάντεχα πειστικός στο να αποδώσει συμπεριφορικά τόσο την ορμή ενός νέου που βλέπει την ευκαιρία μπροστά του και αποφασίζει να τη διεκδικήσει, όσο και την έλλειψη εμπειρίας του όσον αφορά συγκεκριμένες πτυχές της ζωής που αντικατοπτρίζεται σε κάποιες συμπεριφορές του που υποδηλώνουν αθωότητα αλλά και περιέργεια. Από την άλλη ο David Harbour, που παρότι υπηρετεί ένα σενάριο που σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του με πολλά από τα γνώριμα κλισέ ενός τυπικού ρόλου μέντορα, δίνει ακριβώς τις πινελιές εκείνες που χρειάζονται για να προσθέσει πολυπλοκότητα σε κάτι που στο χαρτί μοιάζει με στερεότυπο.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι αναλώσιμο. Το όλο στήσιμο εκπέμπει πολύ έντονα μια αίσθηση τεχνητού για να εμπνεύσει εντός των πλαισίων του «βασισμένο σε αληθινή ιστορία», και ο κάποτε πολλά υποσχόμενος Neil Blomkamp στο σκηνοθετικό τιμόνι απλά τσεκάρει «κουτάκια» που πρέπει να συμπεριλάβει για να είναι ικανοποιημένο το στούντιο και κοιτάζει να διεκπεραιώσει με σωστό τρόπο το κομμάτι της δράσης. Ίσως αν εστιάσει κανείς σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα της αδρεναλίνης των αγώνων να μείνει ικανοποιημένος από το όλο πακέτο, αυτό όμως προϋποθέτει να αγνοηθούν εσκεμμένα κάποιες αδυναμίες που «βγάζουν μάτι».
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr
