
Απολαυστικό, πνευματώδες χιούμορ περί αγίας ρουτίνας
“Είναι η ιστορία του δολοφόνου μου. Μια ιστορία ζωής, θανάτου- άσχετα με ποια σειρά”, μας αφηγείται μια αντρική voice over. Για δολοφονημένος, πάντως, μια χαρά ακούγεται, η φωνή του έχει τσαχπινιά. Έχει αποδεχτεί τη βίαιη αποκοπή της ψυχής από το σώμα του και, πλέον, διασκεδάζει σ’ ένα μεταφυσικό υπεπέραν παρατηρώντας τα επίγεια πάθη ή, ζωντανός ακόμα, έχει διόραση της δολοφονίας του αντιλαμβανόμενος την επιθυμία ενός άλλου να τον σκοτώσει; Ή, θα μπορούσε να αναφέρεται σε μια συμβολική δολοφονία του κι όχι πραγματική, σε δική του επιθυμία να πεθάνει ή στην επιθυμία να θυσιαστεί για έναν άλλον, έως τη φαντασίωση της πραγματοποίησής τους;
Ενώ η Λυσί, η σύντροφός του, διαπραγματεύεται τηλεφωνικά τους όρους της απόλυσής του χωρίς ο ίδιος να της το έχει ζητήσει, ο Χοσέ σκιτσάρει ήρεμα έναν άντρα που κάνει βίαια σεξ σε μια γυναίκα η οποία μιλάει στο τηλέφωνο- μπορεί η τέχνη να φέρει την κάθαρση από την επιθυμία να διαπραχθεί κακό στον άλλον; Όταν ο Χοσέ αναγκαστεί να επισκεφθεί τον άγνωστο γείτονα Ζαν-Κλοντ, με βιασύνη έχοντας αφήσει μόνο το μωρό στο σπίτι, θα υποστεί με φανερή πλήξη αλλά χωρίς αντίδραση, την επίδειξη της υπερπλήρους δισκοθήκης τζαζ του γείτονα, τις αναλύσεις για τα ακριβά κρασιά του και τα μαθήματά του γαλλικής προφοράς- αχ, πόσο δύσκολη είναι αυτή η ρημαδολέξη “travail” για τον Αργεντίνο Χοσέ που ζει με τη Γαλλίδα Λυσί και το μωρό τους στη Γαλλία αλλά αρνείται να μάθει καλύτερα γαλλικά- μέχρι που η απάθεια μετατρέπεται σταδιακά σε οργή. Που τοποθετείται η γραμμή που διαχωρίζει τη στωικότητα, τη μοναχικότητα από την παραίτηση, την κατάθλιψη που υφέρπει; Που τελειώνει η συγκαταβατικότητα κι αρχίζει η παθητικότητα; Αντίθετα, η πληθωρικότητα της Λυσί ξορκίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στον αληθινό της εαυτό και στο πρότυπο ενός άλλου εαυτού, ιδιαίτερα για τη μητρότητα: γέννησε στο σπίτι αλλά το βίωσε “σαν το μαρτύριο της Ιωάννας της Λορραίνης πάνω στην πυρά”, όπως περιγράφονται πνευματωδώς τα βάσανά της, με αστραπιαία μεταβαλλόμενες τις διαθέσεις της (φοβισμένη, κρατούσε σφιχτά τα χέρια του Χοσέ ώσπου, ξαφνικά, έβαλε τα δικά της στο πρόσωπό του για να μην την παρατηρεί την ώρα της γέννας!) ενώ αποζητά την επιστροφή στη δουλειά μην αντέχοντας την καθημερινότητα με το μωρό. Που τελειώνουν η παρορμητικότητα, η εξωστρέφεια, η εκφρασμένη επιθυμία για αλήθεια, παύοντας πια να μασκαρεύουν την κατάθλιψη που ελλοχεύει εξαιτίας της αδυναμίας επίλυσης των ενδοψυχικών συγκρούσεων; Όταν η ορμητική Λυσί αποφασίσει να κάνει ψυχανάλυση, εκείνος απορεί- τι ανάγκη την έχει; Κι όταν ο άνευρος Χοσέ κατευνάζει το μωρό, εκείνη απορεί- γιατί το μωρό αισθάνεται ασφάλεια κοντά του κι όχι μ’ αυτήν, γιατί γαληνεύει αντί να δυσανασχετεί με την απάθειά του; Ερμηνεύουμε την εικόνα του άλλου μέσα από τα στερεότυπά μας, αναμασώντας τις δεδομένες μας απόψεις ώστε να επιβεβαιώνουμε την ορθότητά τους και την αυθεντικότητά μας.
– “Μόνο η δική σου άποψη πρέπει να είναι σωστή. Πείθεις τον εαυτό σου για να πείσεις τους άλλους. Είναι τεχνική που δούλεψε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο… Να πείθεις τα πλήθη. Είναι όμως αυταρχικό”.
– “Δεν θα ξαναπώ λέξη στα ισπανικά”.
– “Αυτό είναι δικτατορία”.
– “Παλιόγερε”.
– “Ναζί. Το Βισύ είναι κοντά, γιατί δεν πας;” (αναφερόμενος στη φιλογερμανική γαλλική “κυβέρνηση του Βισύ” στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).
-“Παπάρα”
-“Δοσίλογη”.
Βελτιώνονται εντυπωσιακά τα γαλλικά του Χοσέ προσβάλλοντας τη Λυσί! Είναι κωμικές οι συγκρούσεις τους- είναι, όμως, συχνές παρά τις αναζωογονήσεις της σχέσης τους. Δεν έχουν παντρευτεί, αποφεύγοντας κάθε συμβατική δέσμευση: άραγε, αυτό υποδηλώνει οπωσδήποτε επιθυμία για ελεύθερη ζωή ή θα μπορούσε να είναι συμβολική αντίδραση ενάντια στα κοινωνικά πρότυπα; Αν κάποτε τελειώσει η δυναμική της αλληλοσυμπλήρωσης δύο χαρακτήρων, ακόμα και στις διαφορετικές παραλλαγές της κοινής τους κατάθλιψης, πότε τελειώνει η εξιδανίκευση της συμβίωσης κι αρχίζει η συνειδητοποίηση της ρουτίνας, και μέχρι πότε μπορεί να εξιδανικεύεται κι αυτή μέχρι να ξεφτίσει; Και, τότε, επιλέγεται ένας άλλος τρόπος ζωής ή μια άλλη μορφή του παλιού τρόπου ζωής; Ποιο είναι ισχυρότερο δέλεαρ: η αρχή μιας νέας ζωής ή η επιστροφή σε ένα παραλλασσόμενο γνωστό; Κι αν οι άνθρωποι αισθάνονται ικανοποιημένοι επιστρέφοντας στο γνωστό, πόση σημασία έχει τελικά κάθε απρόσωπη κριτική περί συνήθειας, αλληλοπροσκόλλησης, αδυναμίας αντιμετώπισης των φόβων; “Έχει ρομαντισμό η ρουτίνα σου Χοσέ… Σ’ αγαπώ”, θα δηλώσει συγκινημένη η Λυσί! Έχουν αλλάξει βαθύτερα μέσα από τις σχέσεις τους με τον γκουρού ψυχαναλυτή και τον εκκεντρικό γείτονα αντίστοιχα ή μονάχα μέχρι εκεί όπου αντέχουν- και, το συνειδητοποιούν ή όχι; Έχουν επίγνωση ότι περισσότερο υποστύλωσαν ένα ελλειμματικό εγώ, μέσω τής κολακείας της Λυσί από τον γκουρού για την ομορφιά της που καλυπτόταν με το προπέτασμα του θαυμασμού για την προσωπικότητά της, και μέσω των φόνων κάθε Πέμπτης από τον Χοσέ με τη συμβολική θυσία του Ζαν-Κλοντ (υπό τους ήχους της τζαζ)- από ποιους παράγοντες εξαρτάται να μπορεί η τέχνη να φέρει την κάθαρση; Έχουν πια αποδεχτεί τον εαυτό τους και τον άλλον ή κάθε νέα ρουτίνα είναι “το πιο γλυκό ξόρκι” κατά του φόβου της απώλειας της ασφάλειας;
Μια τρυφερά ειρωνική ματιά πάνω στα λάθη, τα πάθη, τα κρυφά κίνητρα που η άγνοιά τους οδηγεί συχνά σε κωμικές συμπεριφορές (δεν λένε ότι η ζωή είναι αστεία τελικά;), τους εγωισμούς, τις παραλλαγές του ίδιου παιχνιδιού με άλλους ρόλους και ίδια λόγια αγάπης, τους συνειδητούς κι ενδόμυχους φόβους που σιγοκαίνε όσο κι αν αλλάζουμε συνθήκες και τρόπους ζωής, όσο κι αν ικανοποιούνται εκείνες οι επιθυμίες που χρησιμεύουν για τη νάρκωση άλλων, βαθύτερων επιθυμιών. Διαποτίζει το μαύρο χιούμορ, ιδανικές όλες οι ερμηνείες γι’ αυτήν την ατμόσφαιρα! Ωστόσο, θαρρείς ότι αυτά χρησιμοποιούνται για να οριστεί ένα όριο στον προβληματισμό της ταινίας: ευφυείς οι βολές για την αγία ρουτίνα των ανθρώπινων σχέσεων και την ανάγκη ενός ομοιώματος αποδοχής από τους άλλους αλλά δεν εμβαθύνεται το θέμα των παρορμήσεων για φόνο: άραγε, η συνειδητοποίηση, η φαντασίωσή τους, απελευθερώνουν αποτρέποντας το κακό ή θα μπορούσε να αποδυναμώνουν κάθε ηθική, προσφέροντας μια ηδονική γεύση υπέρτατης εξουσίας κι ενισχύοντας την επιθυμία για το κακό; Μπορούμε να λυτρωθούμε ή παραμένουμε δέσμιοι του σκοτεινού μας ασυνείδητου, περιορίζοντας μονάχα τις πιθανότητες να γίνουμε έρμαιά του; Τι μπορεί να μας καταστήσει από δυνητικά δολοφόνους σε πραγματικούς; Μας λείπει μια υποδόρια πίκρα στην ταινία… Το μοτίβο των φόνων εξαντλείται δραματουργικά ενώ οι συνέπειές τους κινηματογραφούνται περισσότερο ρεαλιστικά από όσο θα θέλαμε, σε βάρος του φανταστικού, του διφορούμενου, του συμβολικού. Όμως, η ταινία ρέει αφηγηματικά, και μαζί με την πνευματώδη ματιά, την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το μακάβριο, στο παράλογο και το υπαινικτικό, καθιστούν απολαυστική τη θέασή μας!
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
