Χρησιμοποιώντας, καθόλου τυχαία, στον τίτλο το όνομα ενός πολύ γνωστού πίνακα του Rene Magritte, ο βραβευμένος με Όσκαρ Σαμ Μέντες εμπνέεται από τη μουσική σκηνή της Βρετανίας και την περίοδο της κινηματογραφικής ύφεσης του ’80 σε αυτόν τον φόρο τιμής όχι στην κινηματογραφική τέχνη, αλλά στην κινηματογραφική αίθουσα. Η Χίλαρι και ο Στίβεν, εκπρόσωποι της μοναξιάς και ρατσισμού, αντίστοιχα και ταυτόχρονα, βρίσκουν καταφύγιο ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Η διαφορά χρώματος ή φυλής δεν τους αφορά σε κοινό τόπο εργασίας, έναν κινηματογράφο στον οποίο οι δύο αίθουσες έχουν μετατραπεί σε περιστερεώνες. Οι θεατές, οι ταινίες που επιλέγουν να δουν, οι ταραξίες που κάνουν γυαλιά καρφιά τον κινηματογράφο επειδή προσλαμβάνει έγχρωμους και η ταραχώδης προβολή της ταινίας «Οι δρόμοι της Φωτιάς» είναι ένα ταξίδι μοναξιάς στο μονοπάτι της αυτοβελτίωσης που -δυστυχώς- για έναν από τους ήρωες, είναι αδιέξοδο.
Αδικαιολόγητα η «Αυτοκρατορία του Φωτός» δεν κέρδισε τις αξιώσεις που της αναλογούν στη σκοτεινή αίθουσα. Οι φόροι τιμής στον κινηματογράφο οφείλουν να είναι μελό, να έχουν κλισέ και να παρατηρούν με απόσταση τα γεγονότα… και αυτή η γεμάτη αγάπη ταινία, το κάνει και με το παραπάνω.
Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ertnews.gr
