BLACK PANTHER: WAKANDA FOREVER - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Μετά τον θάνατο του Βασιλιά T'Challa, η βασίλισσα Ραμόντα (Άντζελα Μπάσετ), η πριγκίπισσα Σούρι (Λετίσια Ράιτ), ο M’Μπάκου (Γουίνστον Ντιουκ), η Οκόγιε (Ντανάι Γκουρίρα) και οι ελίτ πολεμίστριες Dora Milaje, αγωνίζονται για να προστατεύσουν το έθνος τους από τις παγκόσμιες δυνάμεις που καραδοκούν, πιστεύοντας πως τώρα είναι η ευκαιρία τους να αντλήσουν από τη Γουακάντα τα φυσικά της κοιτάσματα. Όταν ο Νάμορ (Τενότς Χουέρτα), ο βασιλιάς ενός κρυμμένου υποθαλάσσιου έθνους, τους προειδοποιεί ότι πλησιάζει μία τεράστια εξωτερική απειλή, η ηγεσία της Γουακάντα πρέπει να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Κι ο Black Panther δεν είναι πια εδώ.

1686 1

Ο θάνατος του Τσάντγουικ Μπόουζμαν ήταν έτσι κι αλλιώς μια τραγωδία κι ένα απόλυτο σοκ, μα το ότι συνέβη κιόλας εν μέσω μιας εν εξελίξει εμβληματικής μπλοκμπάστερ απεικόνισης, στην καρδιά της ασταμάτητης χολιγουντιανής μηχανής, κάνει τα πάντα πρωτόγνωρα. Μιας και το recast σε κάτι τόσο εμβληματικό θα αποτελούσε βασικά έγκλημα (η απεικόνιση του Black Panther από τον Μπόουζμαν έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της εικονογραφίας του 21ου αιώνα), κι εφόσον η ιστορία πρέπει να συνεχιστεί, η λύση ήταν να «μεταφερθεί» ο θάνατος εντός της αφήγησης και μέσω αυτού να επεξεργαστούν την απώλεια οι άνθρωποι πίσω από την ταινία, αλλά κι οι χαρακτήρες-σύντροφοι του Τ’Τσάλα.

Το αποτέλεσμα είναι, marvel-ικά μιλώντας, κάπως πρωτόγνωρο, ένα παράξενο φιλμ που παίρνει το χρόνο του ώστε να στήσει ατμόσφαιρα και διάθεση, πρακτικά παραμερίζοντας την ίδια την ανάγκη για σκηνές δράσης (που είναι σχεδόν απούσες, κι όταν υπάρχουν είναι το χειρότερο κομμάτι της ταινίας). Ταυτόχρονα είναι και εξαιρετικά εστιασμένο γύρω από την διαδρομή ενός χαρακτήρα που ανοίγει και κλείνει το φιλμ, μετατρέποντας αυτό που θα μπορούσε να είναι χάος, σε μια προσωπική διαδρομή διαχείρισης του πόνου, της θλίψης και της κληρονομιάς.

1686 4

Δεν διαθέτει σε καμία περίπτωση της αιχμή ή την ορμή του πρώτου φιλμ, όμως δεν στοχεύει προς εκεί, έτσι κι αλλιώς. Είναι ένα σίκουελ που δε μοιάζει καν να προσπαθεί να είναι σίγουρο για τον εαυτό του, παραδομένο σε μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση. Όταν λειτουργεί, το κάνει σε όλα τα επίπεδα– από την εισαγωγή του Νάμορ (ο οποίος αναπτύσσεται σε σαφή παραλληλισμό με την Σούρι) μέχρι ένα τελευταίο πλάνο που δε θυμίζει καμία άλλη Marvel ταινία. Και είναι οπωσδήποτε τρομερά ευχάριστο να βλέπουμε ένα mainstream μπλοκμπάστερ που οδηγείται σε τόσο σαρωτικό βαθμό από καλά καθορισμένες μαύρες γυναίκες ηρωίδες.

Στις στιγμές που χάνει αυτή την εύθραυστη ισορροπία πλοκής και τόνου, το φιλμ αποσυντονίζεται αρκετά. (Ως προς τον Νάμορ, οι επεκτάσεις φιλοσοφίας και πολιτικής που συναντήσαμε στο πρώτο φιλμ είναι κάπως πιο flat εδώ.) Και εν τέλει δεν είμαστε σίγουροι αν οι βασικές και αναπόδραστες αφηγηματικές δομές του σύμπαντος της Marvel έχουν φτιαχτεί για να στηρίξουν ένα mood piece παρά μια τυπικά δομημένη ταινία δράσης. Αλλά ακόμα κι αν δεν πετυχαίνει ολοκληρωτικά, πρόκειται για ένα πραγματικά μοναδικό σίκουελ.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module