ΣΙΩΠΗΛΗ ΦΙΛΗ - Βασίλης Μάλτας

 

Μαγική απεικόνιση της ανθρώπινης αλαζονείας προς τις άλλες μορφές ζωής

«Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν διαδοχή σύντομων, εστιασμένων στιγμών… Όταν ως ενήλικες εστιάζουμε σε κάτι, τα μέρη του εγκεφάλου που δεν εμπλέκονται άμεσα, παύουν να λειτουργούν: να εστιάζουμε, σημαίνει να αποκλείουμε», διδάσκει το 2020 ο Χονγκονγκέζος νευροεπιστήμονας Τόνι Γουόνγκ , επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Γερμανικής πόλης Μάρμπουργκ: εστιάζουμε σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ερμηνεύοντας ερεθίσματα και πληροφορίες μέσω προκαθορισμένων προτύπων αντίληψης κι επεξεργασίας παραστάσεων, ανάγοντας ό,τι παρατηρούμε σε επιβεβαίωση ενός ήδη γνωστού. Όταν απομονωθεί στην Γερμανία- είναι η εποχή της κοινωνικής αποστασιοποίησης του Covid-19 (κι ακραίας εκδήλωσης του γνώριμου φόβου της εγγύτητας)- κι ωθούμενος από τις διαδικτυακές συζητήσεις με την εξειδικευμένη στις φυτικές αναπαραγωγικές λειτουργίες Αλίς Σοβάζ, ο Γουόνγκ τοποθετεί αισθητήρες σ’ ένα γκίνγκο μπιλόμπα στον κήπο του πανεπιστημίου, φυτεμένο το 1832, επιχειρώντας να κατανοήσει τη γλώσσα του δέντρου μέσω των καταγραφόμενων ηλεκτρομαγνητικών του κυμάτων.

«Θέλω να κατανοήσω τι αντιλαμβάνονται τα φυτά, πώς αντιδρούν… Είναι δίπλα μας. Μάς κοιτάζουν», εξηγεί  στον Χάννες το 1972 η Γκουντούλα, φοιτήτρια στο Μάρμπουργκ (48 χρόνια αργότερα, η Σοβάζ θα πει στον Γουόνγκ, «Η ιδέα ότι τα φυτά μας βλέπουν και μας θυμούνται, είναι σαν να νιώθουμε ξαφνικά γυμνοί με αμέτρητα μάτια πάνω μας»). Έχει τοποθετήσει αισθητήρες στο γεράνι της που μετασχηματίζουν σε γραφήματα κάθε αντίδρασή του στην ανθρώπινη παρουσία- και το λουλούδι θα αντιλαμβάνεται οικείες ανθρώπινες υπάρξεις και θα τους ανοίγει την πόρτα!. Γιατί, όμως, η Γκουντούλα είναι περισσότερο ανοιχτή στην επικοινωνία με το φυτό παρά με τον νέο, γιατί η σεξουαλικά απελευθερωμένη νέα ερμηνεύει τη συμπεριφορά του μοναχικού Χάννες από την επαρχία αποπροσωποποιημένα, βάσει προτύπων βασισμένων στα ριζοσπαστικά προτάγματα της εποχής, γιατί οι συμφοιτητές της που θεωρούν αντισυμβατικούς τούς εαυτούς τους, ερμηνεύουν εξίσου δεδομένα την προτίμηση του Χάννες να επικοινωνήσει με το γεράνι αντί να συμμετάσχει μαζί τους στην κατάληψη του πανεπιστημίου; Πώς η ευαισθησία προς άλλες μορφές ζωής διστάζει μπροστά στην εγγύτητα μιας ανθρώπινης σχέσης, πώς διαμορφώνεται μια άποψη για έναν άνθρωπο αποκομμένα απ’ ό,τι αισθανόμαστε και κατανοούμε επικοινωνώντας μ’ αυτόν, συρρικνωμένη σε προκαθορισμένη πια εικόνα γι’ αυτόν, πώς η αντισυμβατικότητα καταλήγει ν’ απαιτεί ομοιομορφία, αντικατάσταση των παλιών κανόνων από νέους;

Το 1908, εποχή των θεσμοθετημένων έμφυλων διακρίσεων, η Γκρέτε, απαντώντας σωστά στις ερωτήσεις των μεσήλικων, μισογύνηδων καθηγητών του πανεπιστημίου του Μάρμπουργκ, τους ανάγκαζε να την δεχτούν ως την πρώτη γυναίκα ερευνήτρια στο τμήμα βιολογίας. Η τόλμη που υπερβαίνει τους φόβους, όπως στην Γκρέτε, συγκρούεται με την τυφλή υπακοή σε κάθε αυθεντία, την εσωτερίκευση των κοινωνικών προτύπων, τους διαχωρισμούς, ιεραρχήσεις κι αποκλεισμούς από ανθρώπινα δικαιώματα. Η επικοινωνία τότε με τη φύση αποζητιόταν μέσω τελετουργικών χορών γύρω από το γκίνγκο- και η Γκρέτε θα την ολοκληρώσει ως βοηθός φωτογράφου, σπάζοντας ένα ακόμα έμφυλο στεγανό, φωτογραφίζοντας φυτά όλο και λεπτομερέστερα, ανακαλύπτοντας συμπαντικές δομές σ’ αυτά και, μέσω αντιπαραβολής με φωτογραφίες του σώματός της, επιβεβαίωνε τη σχέση της ανθρώπινης ζωής με τη φυτική και την άγνωστη σεξουαλικότητα της φυτικής ζωής,

Τρεις μοναχικοί άνθρωποι που μέσω της έρευνας και της επιθυμίας για βαθύτερη επικοινωνία με τη φύση, ξαναντικρίζουν τον κόσμο με την αστείρευτη παιδική περιέργεια- ο Γουόνγκ αναφέρεται στη διαφορετική λειτουργία του εγκεφάλου των μωρών που ενεργοποιούμενος σχεδόν ολικά, απορροφά όλα τα ερεθίσματα αλληλεπιδρώντας με τον κόσμο γύρω τους- και τον κατανοούν με την ενήλικη δίψα για γνώση και συνειδητότητα. Τρεις ιστορίες σε τρεις διαφορετικούς καιρούς με σταθερό, διακριτικό παρατηρητή το μεγάλο, αιωνόβιο, θηλυκού γένους γκίνγκο μπιλόμπα (από τα παλαιότερα είδη δέντρων χάρη στις μέτριες απαιτήσεις του για νερό και στην αντοχή του στο κρύο και την ατμοσφαιρική μόλυνση), που τα κλαδιά του περικλείουν τούς ανθρώπους θαρρείς προστατεύοντάς τους μητρικά από ψηλά (η συμμετοχή του, ωστόσο, στην ιστορία του 1972 είναι σημαντικά μικρότερη). «Οι διαφορετικές χρονικές περίοδοι δεν απεικονίζονται από την οπτική και την αντίληψη του δέντρου… Θα ήταν αλαζονικό… Ήθελα να προσελκύσω την προσοχή στο πολυσύνθετο της ύπαρξης των φυτών, ότι επικοινωνούν, έχουν κοινωνική ζωή, ότι αν και είμαστε στην περιφέρεια της προσοχής τους, παρατηρούν τις συγκεχυμένες μικρές ζωές μας», δηλώνει η σκηνοθέτιδα (πόσο γνωστό είναι, άραγε, ότι τα δέντρα αλληλοϋποστηρίζονται με σύστημα αλληλεξαρτήσεων μέσω των ριζών τους;). Και, μέσω των σπόρων που στέλνει η Σοβάζ από την Ελβετία στον Γουόνγκ ώστε να γονιμοποιηθεί το γκίνγκο στη Γερμανία, γίνεται καίρια νύξη για τη ζωτική ανάγκη να αλληλεπιδρούν και να εμπλουτίζονται οι ζωντανές υπάρξεις με το ξένο, το διαφορετικό.

Το γκίνγκο απεικονίζεται με σεβασμό, μεταδίδοντας την αίσθηση μιας αρχέγονης σύνδεσης μαζί του, προτρέποντας στην παρατήρησή του, στη συνειδητοποίηση του εφήμερου της παρουσίας μας στη γη μπροστά στη διάρκεια της ζωής (ένα πλαίσιο «έξω από το ανθρώπινο» όπως λέει η Σοβάζ), στη συνειδητοποίηση της αλαζονείας μας προς τις άλλες μορφές ζωής που δεν επικοινωνούν στη γλώσσα μας, της περιορισμένης αντίληψής μας της πραγματικότητας- στη συνειδητοποίηση ότι ο ανθρωποκεντρισμός κατακερματίζει την ολότητά μας (μια συνέπειά του είναι η κλιματική κρίση), ότι μέσω της επανασύνδεσής μας με τη φύση και παύοντας να επιθυμούμε την καθυπόταξή της στο όνομα της «προόδου» (με υλικούς όρους), επανασυνδεόμαστε με τους εαυτούς μας συναισθηματικά, ψυχικά- κοινωνικοπολιτικά- κι εμπεδώνεται πρωταρχικά, θεμελιωδώς η έννοια της συνύπαρξης των όντων. Βλέπουμε το γκίνγκο να μεγαλώνει μέσω απεικονίσεων των συχνοτήτων των ηχητικών σημάτων του και διαδοχής τελετουργικών, εκστατικών πλάνων πραγματικής βλάστησης του σπόρου, παρομοιάζουμε τις ρίζες του με τις νευρωνικές διασυνδέσεις στον ανθρώπινο εγκέφαλο- εικόνες που προσεγγίζουμε περισσότερο συναιοσθηματικά και λιγότερο με επιθυμία επιστημονικών εξηγήσεων (στα credits του τέλους, πάντως, αναφέρεται πλήθος ονομάτων επιστημονικών συμβούλων στο σενάριο), αισθανόμαστε ότι τα δέντρα βιώνουν την καθημερινότητά τους σε πολύ αργό ρυθμό. Μετά τη θέαση της ταινίας, είναι αδύνατον να μην σκεφτόμαστε παρατηρώντας τα δέντρα, ότι έχουν δική τους αόρατη σε εμάς ζωή!

Ασπρόμαυρη φωτογραφία για το 1908 των αυστηρών ηθών, έγχρωμη αναλογική, κοκκώδης φωτογραφία για το 1972 της τεταμένης εποχής μετά τον Μάη του 68, ψηφιακή φωτογραφία για το 2020 των social media- που χρησιμοποιούνται δημιουργικά από τον Γουόνγκ (δεν είναι το μέσο καθαυτό που προξενεί απομόνωση παρά ο τρόπος χρήσης του). Το ευφάνταστο ηχητικό τοπίο μεταδίδει την αίσθηση ότι η χλωρίδα έχει δική της εσωτερική ζωή, γλώσσα και τρόπους επικοινωνίας, το ρευστό, συνειρμικό μοντάζ συνδέει τις χρονικές περιόδους αλληλεπικαλύπτοντάς τες, νιώθουμε ότι οι τρεις ιστορίες εκτυλίσσονται ως μία- τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπινου γένους. Και, αν και δεν γίνονται αισθητές αρκετές  αντιδράσεις κι εσωτερικές αλλαγές των χαρακτήρων, ωστόσο απεικονίζονται τα αποτύπωματα της αλληλεπίδρασης ανάμεσά τους στους ψυχισμούς τους.

Αφηνόμαστε, όμως, στη μαγική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η Ενιέντι! Υποβλητική, λυρική, ποιητική και, παράλληλα, στοχαστική, δοκιμιακή ταινία που αρνείται τις αφηγηματικές συμβάσεις, ανιχνεύοντας τις δυνατότητες επικοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες μορφές ζωής και τονίζοντας την επείγουσα αναγκαιότητά της. Μια αισθητηριακή και πνευματική εμπειρία από μια από τις πιο πρωτότυπες δημιουργούς των καιρών μας.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module