Η αλαζονεία της καταστροφής και η ματαιοδοξία του Ινιάριτου
Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ είναι ένας 70χρονος μεγιστάνας. Τεξανός, αλαζόνας, χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης – η αγαπημένη του γάτα Μάγκι είναι ένα νεκροζώντανο λείψανο που ο Ντίγκερ πεισματικά κρατάει στη ζωή γιατί απλά μπορεί να το κάνει κι ας υποφέρει το ζώο - μιλάει με την δύναμη του πλούτου του και απαιτεί οι επενδύσεις που έκανε στη Γροιλανδία να του αποφέρουν τα αντίστοιχα βαρέλια πετρελαίου και με έναν αυτόματο τρόπο περισσότερο χρήμα. Αγνοεί επιδεικτικά τους κινδύνους που έχει το εγχείρημα του - αν και του το υπενθυμίζουν οι επιστήμονες περιβαλλοντολόγοι στους οποίους συμπεριφέρεται με περισσή απαξίωση παρά το ότι μιλάνε με επιχειρήματα και επιστημονικά δεδομένα. Κάποια στιγμή χτυπάει μια ευαίσθητη φλέβα που προκαλεί ένα ανεπανόρθωτο περιβαλλοντικό ατύχημα και ένα τρομακτικά μεγάλο παγόβουνο κατευθύνεται προς την Ευρώπη με καταστροφικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Κάπως έτσι φτάνουμε στο να ενημερώσει τον Πρόεδρο των ΗΠΑ και το υπουργικό του συμβούλιο και φυσικά από εκεί και πέρα οδηγούμαστε σε μια σειρά από κωμικοτραγικά συμβάντα και αφηγηματικές «ανατροπές».
Χωρίς να θέλουμε να χαλάσουμε την έκπληξη – το σημείο δηλαδή, όπου ξαφνικά ο Ινιαρίτου μας βάζει, κάποια στιγμή, μέσα σε ένα πλαίσιο μετά-φάρσας που μέχρι τότε έμοιαζε με αρκετά πιστευτή και αληθοφανή ιστορία – ο Ντίγκερ είναι μια ταινία που μοιάζει τρομακτικά να έχει ήδη ειπωθεί. Η ομοιότητα της με το (οσκαρικό) Birdman του είναι αρκετά εμφανής και από εκείνο το σημείο και μετά που το αντιλαμβάνεσαι η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Και ακριβώς για αυτό το λόγο ο Ντίγκερ είναι μια ταινία που έχει την ίδια υπερβολική αυταρέσκεια και είναι εμφανές το ίδιο ακριβώς στιλιζάρισμα σκηνοθετικά. Ο Ινιαρίτου μοιάζει να βγάζει με αρκετή βεβαιότητα για τον εαυτό του το καθρέφτάκι της καλλιτεχνικής του ματαιοδοξίας και να θέλει να μας πείσει ότι μπορεί να κάνει το ίδιο ακριβώς κόλπο, όπως τότε, με το Birdman, και ακόμα καλύτερα. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι μια ταινία που συχνά μοιάζει περισσότερο να θαυμάζει τον τρόπο με τον οποίο είναι φτιαγμένη παρά να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ιστορία που αφηγείται.
Και ακριβώς με αυτό το σκεπτικό ο Μεξικανός σκηνοθέτης οδηγεί την ταινία του στην οποία οι ερμηνείες λειτουργούν υπερβολικά, αφού ο ίδιος τις θέτει απελπιστικά μονότονα σε ένα καθαρά κλειστό, θεατρικό πλαίσιο, που αναιρεί κάθε ίχνος ρεαλισμού και αληθοφάνειας, έστω κι αν αργότερα αφηγηματικά ο ίδιος καταστρατηγεί αυτό το κόλπο του ενώ τα πλάνα του τεχνικά είναι άρτια αλλά εξίσου παραφορτωμένα και εκκωφαντικά επιτηδευμένα. Υπάρχουν στιγμές που ο Ινιαρίτου μοιάζει να χειραγωγεί ακόμα και αυτό το συναίσθημα που προσπαθεί να εκμαιεύσει - ακόμη και την σάτιρα του με την οποία σχολιάζει δεικτικά το μαύρο μέλλον μιας ανθρωπότητας που εμπιστεύεται τις τύχες της σε καρικατούρες και αλαζόνες μέχρι αηδίας καπιταλιστές και τερματικά ηλίθιους και φοβικά ανίκανους πολιτικούς ενώ ο ίδιος μέσα σε αυτή ακριβώς την υπερβολική πίστη για το όραμα του, χάνει το μέτρο της αίσθησης του τι είναι τελικά κωμικό, τι είναι σαρκαστικό, τι είναι τεχνικό και στιλιζαρισμένο. Η σύγκριση με ανάλογες προσπάθειες, όπως αυτή του Άνταμ ΜακΚεϊ και του Don’t Look Up, είναι εύλογη και δυστυχώς ο ΜακΚεϊ μοιάζει να κερδίζει με σχετική άνεση αφού και οι προθέσεις του ήταν πιο καθαρές και η ιστορία του, παρά την σουρεαλιστική υπερβολή, δείχνει σαφέστερη και δεν χάνει το μέτρο στην προσπάθεια σχολιασμού, σάτιρας ή κωμωδίας.
Έχοντας αδειάσει από ελπίδες ως θεατής για κάτι καλύτερο μέσα στο Ντίγκερ, στέκεσαι με περισσότερη προσοχή σε αυτό που σου προσφέρει γενναιόδωρα η ταινία: τις εξαιρετικές ερμηνείες του Τομ Κρουζ – που παίζει απολαυστικά σε δύο ταχύτητες και ως καρικατούρα ενός αδίστακτου μεγιστάνα (Τραμπ, Μασκ, κοκ) και ως ανασφαλής Νεοϋορκέζος θεατρικός ηθοποιός με εκπληκτικό κρεσέντο – αλλά και τον «πρόεδρο» Τζον Γκουντμαν που τον ακολουθεί ερμηνευτικά σε εξίσου τρελά κέφια. Ας τους κρατήσουμε δικαίως στα υπόψη αμφότερους για την οσκαρική κούρσα που έρχεται. Πολύ καλός και ισορροπημένος επίσης ο ρεαλιστής επιστήμονας του Ριζ Αχμέντ, απολαυστικά φοβικός ο Στουλμπαρκ και είναι πολύ κρίμα που σεναριακά και σκηνοθετικά ο Ινιαρίτου δεν έδωσε περισσότερο χώρο – πέρα από την εισαγωγική σκηνή της – στην Σάντρα Χούλερ.
Φυσικά οι αναφορές του είναι όλες καθαρές (και ο Κιούμπρικ και ο Ροϊ Άντερσον και οι Μόντι Παϊθονς και ο Κάουφμαν, ακόμα και ο Μπρεχτ) και έχουν πολύ ενδιαφέρον πως λειτουργούν σε αυτόν τον άδειο, μεταμοντέρνο κόσμο της καταστροφής. Φυσικά για άλλη μια φορά μας κλείνει το μάτι μπλέκοντας το θέατρο μέσα στο σινεμά και αναδεικνύοντας την ανάγκη – ακόμα και σε αυτόν τον τελειωμένο υπαρξιακά κόσμο που παρουσιάζει – για storytelling και αφηγήσεις που θα δώσουν έστω μια σπιθαμή ελπίδας και θα κρατήσουν τον κόσμο μας σε μια εγρήγορση. Ας κρατήσουμε λοιπόν από αυτό το κουτί της Πανδώρας αυτή την αχνή ελπίδα, ότι οι ιστορίες μπορούν πάντα να φωτίζουν τον κόσμο μας, ακόμα κι όταν αυτός μοιάζει να είναι γεμάτος από θεαματικά αδιέξοδα.
Γιάννης Γκροσδάνης
