NAZA - Γιάννης Γκροσδάνης

Ένα ντοκιμαντέρ του κατεπείγοντος

Από τις μαρτυρίες Ισραηλινών στρατιωτικών στελεχών στον αλγόριθμο που αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει.

Ας ξεκινήσουμε αυτό το κείμενο λέγοντας για την αίσθηση που σου αφήνει το ΝΑΖΑ βγαίνοντας από την αίθουσα. Στα 80 λεπτά της ταινίας δεν άκουγες ούτε ανάσα. Στο κλείσιμο της ταινίας πολλοί ήταν αυτοί που έφευγαν μουδιασμένοι, με σκυμμένο το κεφάλι. Ίσως αυτό ακούγεται κάπως μελοδραματικό. Είναι όμως η αίσθηση που έχεις από την ταινία βγαίνοντας από την αίθουσα κρατώντας στο κεφάλι σου τις εικόνες και τις αφηγήσεις που είδες και άκουσες πριν από λίγο.

Για τους αμύητους το NAZA είναι ακρωνύμιο του εβραϊκού όρου Nezek Agavi, που σημαίνει «παράπλευρη απώλεια» και αποτελεί στρατιωτικό όρο για τις αναμενόμενες απώλειες αμάχων σε μια στρατιωτική επιχείρηση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι απώλειες είναι όντως «παράπλευρες». Αυτή την απάντηση θέλουν να μας δώσουν οι Ισραηλινοί σκηνοθέτες Γιουβάλ Άμπραχαμ και Ρεϊτσελ Ζορ με την ταινία τους μέσα από την έρευνα και τις συνεντεύξεις που παίρνουν από όλα αυτά τα στελέχη του ισραηλινού στρατού.

Τα πρόσωπα και οι φωνές αυτών των whistleblowers, που μιλάνε στην ταινία, έχουν σκόπιμα αλλοιωθεί, για την προστασία τους. Οι μαρτυρίες, όμως, που καταθέτουν είναι σημαντικές για όσα έχουν συμβεί τα προηγούμενα (τουλάχιστον) τρία χρόνια στη Γάζα. Μπορεί το πλήθος των πληροφοριών που ξετυλίγονται στα 80 λεπτά της ταινίας να είναι αρκετά γνωστά σε όσους παρακολουθούν στενά την επικαιρότητα στη Γάζα, το Ισραήλ και την ευρύτερη περιοχή : το ψηφιακό πρόγραμμα Lavender ας πούμε, που περιγράφεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, φακελώνει όλα τα τηλέφωνα των Παλαιστινίων και παρακολουθεί και αποκωδικοποιεί το περιεχόμενο των συνομιλιών των χρηστών αυτών των τηλεφώνων, είναι μια αποκάλυψη που ο Γιουβάλ Άμπραχαμ την έχει κάνει δημοσιογραφικά εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ωστόσο όταν ακούγεται από τα ίδια τα στρατιωτικά στελέχη, που περιγράφουν τον μηχανισμό της ψηφιακής πλατφόρμας τεχνητής νοημοσύνης και πως χρησιμοποιούν τον αλγόριθμο για να επιλέγουν στόχους παρακολούθησης ή εκτέλεσης ανθρώπων - μάλιστα κάποιοι το περιγράφουν με πολύ κυνικό τρόπο λες και μιλάνε για πίστες από ένα βιντεοπαιχνίδι - είναι σοκαριστικό.

Οι μαρτυρίες που καταγράφει η ταινία μετατοπίζουν τη συζήτηση από την έννοια της «παράπλευρης απώλειας» στο πολύ ευρύτερο ζήτημα της γενοκτονίας, όρος που τίθεται μέσα στην ίδια την ταινία. Οι διαδικασίες εντοπισμού και εξόντωσης παρουσιάζονται με ψυχραιμία και μεθοδικότητα. Το σοκ για τον θεατή εντείνεται ακριβώς από αυτή την κυνική περιγραφή και φυσικά αυξάνεται όταν προστίθενται και νέες πληροφορίες ή όταν διαπιστώνεις την κοινωνική διαστρωμάτωση των ανθρώπων που περιγράφουν τη συμμετοχή τους στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, που δεν ανήκουν απαραίτητα στην ίδια πολιτική, κομματική ή κοινωνική πλατφόρμα με το τρέχον σύστημα εξουσίας. Η επισήμανση αυτή έχει την σημασία της στο πως διαχέεται αυτή η κτηνωδής αντίληψη στην ίδια την ισραηλινή κοινωνία. Κάποιοι εκφράζουν ενοχές και μεταμέλεια για τη συμμετοχή τους. Άλλοι βλέπουν τον εαυτό τους ως γρανάζια μιας αναγκαίας πολεμικής μηχανής αναφέροντας με πολύ κυνισμό – με ότι μπορεί να σημαίνει ή μπορεί να θυμίζει αυτό - πως απλά έκαναν το στρατιωτικό τους καθήκον, ή ότι «αν δεν είμασταν εμείς σε αυτές τις θέσεις, θα ήταν σίγουρα κάποιοι άλλοι εδώ για να τα κάνουν». Οι αφηγήσεις αυτές διανθίζονται με πλάνα από την νυχτερινή καθημερινότητα στο Τελ Αβίβ, καταγράφουν τα λαμπερά φώτα της πόλης και συχνά κοιτάζουν μέσα από τα παράθυρα διαμερισμάτων, δείχνοντάς μας Ισραηλινούς πολίτες να γυμνάζονται, να τρώνε, να παρακολουθούν τις ειδήσεις. Αυτά είναι πλάνα που σχολιάζουν ως αντίστιξη, με τον δικό τους τρόπο, την αντίφαση ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο.

Ενδεχομένως για κάποιους η συζήτηση γύρω από το NAZA να στέκεται στο πως η ταινία διαχειρίζεται κινηματογραφικά το υλικό της. Με αφορμή αυτό λ.χ. έχει λεχθεί πως σε γενικές γραμμές, οι δημιουργοί της ταινίας, σε σχέση  με όσα περιγράφονται από τις μαρτυρίες που καταγράφονται, ενδιαφέρονται λιγότερο για το «γιατί» και περισσότερο για το «πώς».

Είναι σαφές πως το ΝΑΖΑ είναι ένα αμιγώς δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ με ελάχιστη κινηματογραφική αισθητική. Δεν δραματοποιεί τις αφηγήσεις του, δεν φορτίζει και δεν καλλωπίζει αυτές τις αφηγήσεις που ακούγονται με επιπλέον συναισθηματικό φορτίο, δεν αντιπαραβάλει τις λέξεις με εικόνες που αποδεικνύουν τα λεγόμενα των whistleblowers παρά μόνο όταν τελειώνουν οι αφηγήσεις, στο φινάλε της ταινίας. Κάποιοι σημειώνουν πως δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική καταγραφή ή υπολογισμός των όσων καταγγέλλονται όταν όσοι μιλάνε κρύβονται υπό έναν μανδύα ανωνυμίας. Φυσικά είναι περιττό να πούμε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε δημοσιογραφική έρευνα, ούτε και ταινία, αν δεν υπήρχε αυτή η ανωνυμία που εξασφαλίζει κάποια ασφάλεια σε όσους τελικά μιλάνε. Έχει γραφτεί ακόμα – κυρίως από όσους θέλουν να επισημάνουν αρνητικά την λειτουργία της ταινίας - ότι δεν καλύπτει ικανοποιητικά σημαντικά γεγονότα, όπως την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, και το πλαίσιο γύρω από αυτά, προσφέροντας ίσως μια πιο πολυπρισματική αφήγηση.

Όλα αυτά είναι κομμάτια μιας συζήτησης, που ως αντίλογος μπορεί και να έχει ενδιαφέρον για κάποιους, σχετικά με την ίδια την ταινία, το περιεχόμενο και την κινηματογραφική αισθητική της, αλλά όχι και τόση σημασία. Γιατί το ΝΑΖΑ είναι μια άμεση και γενναία ταινία του κατεπείγοντος. Επιλέγει πολύ συνειδητά αυτό που κάνει και αυτό που λέει στον θεατή μέσα στην αφηγηματική λιτότητα του είναι από μόνο του τόσο δυνατό (το ξαναλέω, και σοκαριστικό) που οτιδήποτε άλλο κινηματογραφικά ίσως να ήταν απλά υπερβολή και αχρείαστο. Μέσα στην ταινία υπάρχει κάποιο αρχειακό υλικό, μεταξύ άλλων πλάνα από τις πρώτες ημέρες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών και από την οικοδόμηση του Τελ Αβίβ τη δεκαετία του 1920. Αλλά τα δεδομένα που θέτει μέσα από αυτές τις μαρτυρίες, που καταγράφονται στις σκοτεινές ταράτσες των πολυκατοικιών του Τελ Αβίβ, είναι πολύ σοβαρά για να τα αγνοήσεις. Και έχει σημασία πως το ΝΑΖΑ δεν μας τοποθετεί εξ αρχής στο σημείο της έκρηξης αλλά μας βάζει να είμαστε μάρτυρες στην αφετηρία, στο σημείο όπου αυτή η έκρηξη έγινε επιλογή επειδή το διάλεξε είτε ένα σύστημα, είτε ένας άνθρωπος είτε ένας αλγόριθμος.

Διαπιστώνουμε επομένως στο τέλος της ταινίας πως το αδιανόητο μπορεί να γίνει κτηνωδία και πως η ανθρώπινη ζωή αποκτά απρόσωπα ακρωνύμια, παρακολουθείται ηδονοβλεπτικά μέσα από συσκευές κινητών τηλεφώνων, αναλύεται σε αλγόριθμους ΑΙ που επιλέγουν αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις, μετατρέπεται σε πρωτόκολλο, γίνεται «παράπλευρη» απώλεια.

Το ΝΑΖΑ ως κινηματογράφος είναι πράξη αμεσότητας, ευθύτητας, έρευνας, καταγραφής της Ιστορίας. Το υλικό που παρουσιάζει η ταινία προσθέτει ένα σημαντικό σώμα μαρτυριών στη δημόσια συζήτηση για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στη Γάζα και καθιστά δύσκολο να αγνοηθεί το ζήτημα που θέτει. Κάθε άρνηση επιτρέπει ουσιαστικά σε αυτά τα εγκλήματα να συνεχίζονται.

Γιάννης Γκροσδάνης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα parallaximag.gr

Smart Search Module