ΕΞΕΓΕΡΣΗ, Η - Σπύρος Γάγγας

Η σύγχρονη τάση για επιστροφή σε ταινίες εποχής, προκειμένου να στηλιτευτούν φαύλες ιδεολογίες και πολιτικές και να συντηρηθεί μια έννοια ιστορικής συνέχειας —είτε ως υπενθύμιση της αδικοπραξίας και της δυστυχίας είτε ως απαύγασμα αντίστασης και ελπίδας— είναι θεμιτή και ενίοτε καρποφόρα. Στο δράμα εποχής του Πολ Γκρίνγκρας —γνωστού από τη νευρώδη σκηνοθεσία του στο πολιτικό θρίλερ «Ματωμένη Κυριακή» (2002), αλλά κυρίως μέσα από τις τρεις ταινίες του πασίγνωστου franchise του Τζέισον Μπορν— επιχειρείται μια τέτοια γέφυρα με το σήμερα και την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα.

Βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα, η ταινία τοποθετείται στο 1381 και στα κοινωνικά επακόλουθα της πανώλης. Με την εφαρμογή δυσβάσταχτων κεφαλικών φόρων από το συμβούλιο του Ριχάρδου του Β' (μόλις στα 14 του χρόνια), ένας ζευγολάτης υψώνει ανάστημα και οδηγεί τους χωρικούς σε εξέγερση ενάντια στους ευγενείς, με μικρά περιθώρια συμβιβασμού και χωρίς τυφλή εμπιστοσύνη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκρίνγκρας μπορεί να ενορχηστρώσει δράση —ενίοτε καταιγιστική και αληθοφανή— ειδικά μέσω μιας υπερκινητικής αισθητικής, όπου οι οπερατέρ «κυνηγούν» τους χαρακτήρες. Δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο, φυσικά, καθώς οι λήψεις με κάμερα στο χέρι έχουν μακρύ παρελθόν. Σε συνδυασμό, ωστόσο, με τις —ως επί το πλείστον ρυθμικά ορθές— λήψεις σε αργή κίνηση, η κλαγγή της μάχης και το μένος του προδομένου αποδίδουν.

Αυτό, όμως, χαρακτηρίζει μόνο το δεύτερο μισό του έργου. Η πρώτη ώρα αποδεικνύεται απογοητευτική λόγω πολλών εσφαλμένων αποφάσεων: η κάκιστη χρήση των ψηφιακών εφέ, οι ατυχείς φωτισμοί που υποβιβάζουν το στυλ σε δευτεροκλασάτο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ (σαν αυτά που βρίθουν στην τηλεόραση), και ένας φιλότιμος μεν, αλλά αμήχανος δε Άντριου Γκάρφιλντ, ο οποίος παραπατάει στον κεντρικό ρόλο του ζευγολάτη.

Και αν η ταινία θίγει σημαντικά ζητήματα, όπως ο κεφαλικός φόρος —που επανήλθε στη σύγχρονη Μεγάλη Βρετανία από τη Μάργκαρετ Θάτσερ— και η έξαρση του κυνικού νεοφιλελευθερισμού σε σύγχρονες παραλλαγές διακυβέρνησης, ή το σαν σε θεοδικία ερώτημα «γιατί να υποφέρουν οι αγρότες για τις αμαρτίες των ευγενών», ξεμένει εντούτοις αφηγηματικά από φρεσκάδα και παραδίδεται σε μια μονοδιάστατη βλοσυρότητα ευγενών και αγροτών, δίχως τελικά να μπορεί να υπερασπιστεί επαρκώς τους χαρακτήρες που έχει επιλέξει. Έτσι, υστερεί στο είδος της, συγκρινόμενη τόσο με υπερπαραγωγές τύπου «Braveheart» όσο και με ευρωπαϊκές δημιουργίες σαν τη «Βασίλισσα Μαργκό», ή ακόμη και με τις «αλλόκοτες» πινελιές του «Harvest» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη — για να μην ανατρέξει κανείς ακόμα πιο πίσω.

Ως υστερόγραφο, αρκεί να επισημανθεί ότι η λαίλαπα δανείων από τον Έλεμ Κλίμοφ η οποία παρατηρείται τα τελευταία χρόνια —φαίνεται να υπάρχει και εδώ ένα τέτοιο δάνειο αντίστοιχο με αυτό της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν— καταντά κουραστική και προσχηματική.

Σπύρος Γάγγας

Smart Search Module