Ιούνιος 1940. Ο στρατάρχης Πετέν υπογράφει ανακωχή με τον Χίτλερ, παραδίδοντας τη Γαλλία στους Ναζί. Ο στρατηγός Ντε Γκωλ καταφεύγει στο Λονδίνο ανακηρύσσοντας την «Ελεύθερη Γαλλία». Η ώρα της αντίστασης ξεκινά.
Καθώς έπεφταν οι τίτλοι τέλους της «Ώρας της Αντίστασης» και βάσει όσων είχα δει στις περίπου δυόμιση ώρες που προηγήθηκαν, σχημάτισα την εντύπωση πως δίχως τον στρατηγό Ντε Γκωλ ο ναζιστικός στρατός θα έκανε παρέλαση σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου! Τούτο (ευτυχώς) δεν συνέβη, αλλά ας το κρατήσουμε στο πίσω μέρος του μυαλού, διότι σύντομα έρχεται το (ανάλογης διάρκειας) δεύτερο μέρος του βιογραφικού δράματος του σκηνοθέτη Αντονέν Μποντρί, όπου μονάχα… ένας Τουτάτης θα ξέρει το πως θα έχουν εξελιχθεί οι ακατανίκητες δυνάμεις του στρατηγού Ντε Γκωλ!
Καλύπτοντας την περίπου διετή χρονική περίοδο που εκτείνεται από την παράδοση της Γαλλίας μέχρι την ηρωική μάχη του Μπιρ Χακίμ τον Ιούνιο του 1942, τούτο το πρώτο μέρος του υπερφιλόδοξου πεντάωρου έπους για τη δράση του στρατηγού Ντε Γκωλ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επιδιώκει να αποτίνει τον υπέρτατο κινηματογραφικό φόρο τιμής στον Γάλλο στρατιωτικό ηγέτη. Ωστόσο, στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει κάθε απαίτηση (πατριωτικό έπος, ρομάντζο, θέαμα, χιούμορ και… διδασκαλία), η ταινία (το πρώτο της μέρος, έστω) καταλήγει να είναι ένα έργο δυσκίνητο, ακαδημαϊκό και άψυχο. Ο σκηνοθέτης (και σεναριογράφος) Αντονέν Μποντρί, επιθυμώντας να εξυμνήσει έναν ήρωα υπεράνω κριτικής κι εξιστορώντας ταυτόχρονα μία εκ των πλέον ταραχωδών και περίπλοκων εποχών στην Ιστορία του γαλλικού έθνους, δεν αποφεύγει ούτε τη βαρετή αφήγηση (που μοιάζει με ανάγνωση εγκυκλοπαιδικού λήμματος), ούτε την υπέρ του δέοντος αγιοποίηση του κεντρικού ήρωα (προς τέρψη και ανύψωση του tricolore πατριωτικού φρονήματος).
Δίχως να κουνάει ρούπι από τη συσσώρευση των «υποχρεωτικών» ιστορικών στοιχείων (με μυθοπλαστική εξαίρεση, υποθέτω, το σύντομο ειδύλλιο νεαρού αντιστασιακού με κορίτσι εβραϊκής καταγωγής), η αφήγηση κατακλύζεται από διαλόγους και πανοραμικά πλάνα, όπου οι μεν πρώτοι μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από αδέξιες προσωπικές σημειώσεις του στρατηγού, τα δε δεύτερα (συνοδεία ξεψυχισμένων CGI) δημιουργούν σοβαρές απορίες για το που ακριβώς διοχετεύτηκε το εξωφρενικό για ευρωπαϊκή παραγωγή budget των 80.000.000 ευρώ! Με την υπόσχεση του «έπους» να πηγαίνει περίπατο (ελάχιστη εξαίρεση αποτελεί η κατακλείδα του Μπιρ Χακίμ), η δράση εξελίσσεται κατά βάση εντός γραφείων, όπου ο Ντε Γκωλ είτε προσπαθεί (σε Λονδίνο και Αφρική) να συντάξει εκ του μηδενός το αντιστασιακό στράτευμα της «Ελεύθερης Γαλλίας», είτε παίζει παιχνίδια γάτας και ποντικιού με τον Γουίνστον Τσόρτσιλ. Η διερεύνηση της ακλόνητης αποφασιστικότητάς του υπό το πρίσμα της τοξικής δυναμικής μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων (σ’ ένα τρίγωνο που σχηματίζεται από αυτόν, τον Τσόρτσιλ και τον Ρούζβελτ) παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προσέγγιση, εν τούτοις, καταποντίζεται από την απερίγραπτα καρικατουρίστικη εμφάνιση του Σάιμον Ράσελ Μπιλ στον ρόλο του Άγγλου Πρωθυπουργού, αλλά και από τη μεγιστοποίηση της διορατικής ικανότητας του Ντε Γκωλ, ο οποίος διεκδικεί με άνεση όχι μόνο τον χαρακτηρισμό του ηγέτη, αλλά κι εκείνον του… προφήτη!
Σε περίπτωση που ο (επί της ουσίας) περιορισμός της δράσης πίσω από τις κλειστές πόρτες γραφείων και συμβουλίων δημιουργεί προσδοκία περί ενός κάποιου πολιτικού θρίλερ με φόντο την επέλαση του ναζισμού, τούτο δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Ο Γάλλος auteur στέκει αμήχανος μπροστά στο μεγαλείο του Ντε Γκωλ (λίγο ακόμα και κάποιος από τους συντρόφους του θα τον προσκυνούσε εις ένδειξη σεβασμού…), αδυνατώντας να στήσει τους πειστικούς μηχανισμούς ενός «κλειστοφοβικού» δράματος ζυμώσεων και κρίσιμων αποφάσεων (το ακριβώς αντίθετο του «Η Πιο Σκοτεινή Ώρα», δηλαδή). Όταν δε (συχνά πυκνά, μάλιστα) επιχειρεί να προσδώσει έναν τόνο ελαφριάς ευθυμίας στα δρώμενα, τότε φλερτάρει έντονα με την (κατά λάθος) παρωδία. Ειδικότερα η όλη φάση με τον Πολωνό υδραυλικό που μεταμορφώνεται εν μία νυκτί σε γραμματέα του Ντε Γκωλ (!) θυμίζει κακό επιθεωρησιακό sketch και όχι σοβαρό βιογραφικό δράμα. Οι οξείες γαλλοαγγλικές πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να τονίζουν το μεγαλείο του στρατηγού, το μέγεθος του οποίου, άλλωστε, έχει γίνει σαφές από την εναρκτήρια κιόλας σεκάνς. «Μοιάζω εγώ να υποχωρώ;», δηλώνει στον έντρομο οδηγό του ο Ντε Γκωλ, προτού του δείξει του με αριστοτεχνική ακρίβεια τον δρόμο αποφυγής των πυρών από τα γερμανικά tanks. Μακάρι και η ταινία ν’ απέφευγε με την ίδια ευκολία τον δρόμο της αδιαφορίας…
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Φιλόδοξη όσο δεν πάει απόπειρα σκιαγράφησης μιας θρυλικής προσωπικότητας της γαλλικής εθνικής κληρονομιάς, που αποτυγχάνει τόσο στα ιστορικά (όχι λόγω τρελών ανακριβειών, αλλά εξαιτίας του υπέρμετρου σωβινισμού), όσο και στα επιδιωκόμενα «επικά» και ψυχαγωγικά μιας τόσο μεγάλης κινηματογραφικής παραγωγής (εξαιτίας έλλειψης σχετικής ικανότητας σε σκηνοθεσία και συγγραφή σεναρίου). Έπεται συνέχεια, η οποία εύχομαι να ξεφύγει από τα στενά… εγκυκλοπαιδικά πλαίσια (αν και δεν το ελπίζω ιδιαίτερα). Το (συγκριτικά) μικρό και πτωχό «Ντε Γκωλ» (2020), το οποίο καταπιανόταν αποκλειστικά με το δίμηνο που προηγήθηκε των γεγονότων τούτου, ήταν πιο έντιμο σε πρόθεση κι εκτέλεση, εύλογα και πιο ολοκληρωμένο.
Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
