Ταπεινός και βασιλόφρων (!) αγρότης βρίσκεται στο επίκεντρο μιας εξέγερσης εναντίον του Ριχάρδου Β΄ κι άθελά του γίνεται θρύλος της αντίστασης.
Που τελειώνει η Ιστορία, που αρχίζει ο μύθος και πόσο μελόδραμα χρειάζεται για να μετατραπεί ένα πραγματικό συλλογικό γεγονός σε κινηματογραφική ιστορία ενός ανθρώπου; «Η Εξέγερση» του Πολ Γκρίνγκρας κινείται πάνω σε αυτά τα δυσδιάκριτα σύνορα, επιστρέφοντας στην Αγγλία του 1381, όπου η εξαθλίωση των πολλών συντηρεί τα προνόμια των λίγων. Οι μεγάλες εξεγέρσεις σπάνια γεννιούνται από μια αφηρημένη ιδέα. Ξεσπούν όταν η ζωή γίνεται τόσο δύσκολη, ώστε ακόμη και ο φόβος απέναντι στην εξουσία μοιάζει μικρότερος από την ανάγκη ανατροπής της.
Φτώχεια, πείνα και βαριά φορολογία έχουν εξαντλήσει έναν αγροτικό πληθυσμό που δουλεύει τη γη χωρίς ν’ απολαμβάνει τους καρπούς της. Χρειάζεται μόνο η σπίθα να μετατρέψει την απόγνωση σε οργή κι εκείνη σε εξέγερση. «Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο, η οργή του λαού…», γράφει αιώνες αργότερα ο Γιώργος Μιχαηλίδης για το «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε ντε Βέγκα, ένα ακόμη εμβληματικό χρονικό συλλογικού ξεσηκωμού απέναντι στην τυραννία. Κι όμως, η ανθρώπινη αδυναμία που αφήνει τους πολλούς να γονατίζουν μπροστά στους λίγους παραμένει παρούσα, μαζί με την αξιοθαύμαστη ικανότητα της Εκκλησίας να κατευθύνει τις συνειδήσεις, μεταθέτοντας την προσδοκία της δικαιοσύνης από τη γη σ’ έναν πλασματικό ουρανό πεισματικά σιωπηλό.
Ο νεαρός Ριχάρδος Β΄ εμφανίζεται αρχικά ως πιόνι σε μια σκακιέρα συμβούλων και εκκλησιαστικών αξιωματούχων που επικαλούνται τον Θεό για να διαφυλάξουν μια απολύτως επίγεια τάξη πραγμάτων. Γύρω του η εξουσία αποκτά τη δική της τελετουργία: γονάτισμα, χειροφίλημα, εξευτελιστική υποταγή. Σύντομα, όμως, το πιόνι αποκτά αυτόνομη κίνηση. Από την πειθήνια υπακοή περνά στην εξέγερση απέναντι στους συμβούλους του, ανακαλύπτει τη χυδαιότητα της απόλυτης εξουσίας και καταλήγει ένα τρομαγμένο παιδί μπροστά στην πιθανότητα να χάσει τη ζωή του. Τέσσερα πρόσωπα κρυμμένα στον ίδιο δεκατετράχρονο βασιλιά!
Κι ενώ ο Ριχάρδος Β΄ αποτελεί την ιστορική αναφορά της ταινίας, ο Γκρίνγκρας ρίχνει στο παιχνίδι τον μυθοπλαστικό Γεωργό, εκπρόσωπο ανθρώπων που έχουν ξεπεράσει τα όριά τους. Η πορεία απαιτεί θάρρος και αποφασιστικότητα, μαζί όμως και κάτι ικανό να ενώσει τις διαφορετικές φωνές σε μία. Όπως κάθε λαϊκή διεκδίκηση αποκτά τα δικά της αντάρτικα τραγούδια, έτσι κι εδώ το πλήθος προχωρά με τον δικό του ύμνο για την ακίνητη γη που κοιμάται και τους καρπούς της που κλέβονται από τους πεινασμένους και μετατρέπονται σε χρυσό. Ο Γεωργός βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης, όμως, ο πραγματικός πρωταγωνιστής παραμένει συλλογικός. Τα πρόσωπα είναι πολλά, η οργή μία.
Ο Γκρίνγκρας κοιτάζει προς το 1381 έχοντας στραμμένο το βλέμμα και στο παρόν. Πίσω από βασιλιάδες, ευγενείς και γαιοκτήμονες βρίσκεται το χρήμα που γέρνει διαχρονικά τη ζυγαριά του πλούτου προς την ίδια πλευρά. Οι αιώνες και τα ονόματα αλλάζουν, όμως, η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνους που έχουν πολλά κι εκείνους που διαθέτουν ελάχιστα παραμένει αναγνωρίσιμη. Έτσι, η Αγγλία του 1381 παύει να μοιάζει τόσο μακρινή, καθώς η ταινία χρησιμοποιεί την Ιστορία για να στρέψει τον καθρέφτη προς τη δική μας εποχή.
Κινηματογραφικά, η απεικόνιση του 14ου αιώνα είναι εντυπωσιακή. Κοστούμια, μακιγιάζ, κομμώσεις και χώροι συνθέτουν μια λεπτομερή αναπαράσταση, ενώ το πολυκάμερο σύστημα λειτουργεί αποκαλυπτικά στους κλειστούς χώρους και εξελίσσεται σε παλμό μέσα στις συγκρούσεις. Η βία παραμένει ωμή στις άνισες μάχες, ανεξάρτητα από την πλευρά που υπερισχύει, και το καθοριστικό μοντάζ κρατά την αφήγηση κοντά στους αδύναμους. ‘Έτσι, η εξέγερση καταγράφεται από την πρώτη σπίθα μέχρι τη συντριβή της, με τον θεατή να βρίσκεται περισσότερο μέσα στο πλήθος παρά απέναντί του.
Ερμηνευτικά, ο Άντριου Γκάρφιλντ και η Κάθριν Γουότερστον κινούνται με άνεση σε ρόλους βούτυρο στο ψωμί τους, ενώ περισσότερες απαιτήσεις συγκεντρώνει ο Ριχάρδος Β΄ με τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του, προσφέροντας στον Γούντι Νόρμαν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ρόλους της ταινίας, χωρίς πάντως ο ίδιος να πείθει ιδιαίτερα.
Εκεί όπου η Ιστορία, η πολιτική και η κινηματογραφική ένταση αρκούν από μόνες τους, όμως, ο Γκρίνγκρας μοιάζει να μην τις εμπιστεύεται μέχρι τέλους. Κυρίως στις σκηνές του παλατιού, οι διάλογοι αποκτούν μια υπερβατική και κατασκευασμένη χροιά, πιέζοντας το συναίσθημα ή σχεδόν εκβιάζοντας το δάκρυ, καθώς η αφήγηση ολισθαίνει ολοταχώς προς το μελόδραμα. Περιττή μοιάζει και η σχεδόν γουέστερν σύνδεση του Γεωργού με τον Ρομπέν των Δασών, σαν να χρειάζεται μια πραγματική εξέγερση να δανειστεί τη δύναμη ενός θρύλου για να ολοκληρώσει τη διαδρομή της.
Δηλώνω ρητά ότι εξακολουθώ να τάσσομαι με κάθε δίκαιη εξέγερση που επιχειρεί ν’ αποτινάξει την τυραννία και να επιστρέψει στον άνθρωπο αυτό που του αξίζει, ακόμη κι αν η Ιστορία επιμένει να μας θυμίζει πόσο συχνά το αίμα που χύνεται ποτίζει μόνο τα λουλούδια του τόπου όπου πέφτει. Στην «Εξέγερση» του Γκρίνγκρας, άλλωστε, όλοι καταλήγουν ταυτόχρονα τιμωρημένοι και ατιμώρητοι, μπροστά σ’ έναν Θεό που παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος απών.
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Αν πιστεύεις ότι απέναντι στην αδικία υπάρχουν στιγμές που το γονάτισμα και η βαθιά παρατεταμένη υπόκλιση παύουν να είναι επιλογές, τότε η «Εξέγερση» μπορεί να σε εξεγείρει ψυχικά. Μόνο πρόσεξε προς το τέλος, γιατί μπορεί να σε ξεγελάσει, να σου κλέψει το δάκρυ και να σε βγάλει από την αίθουσα σκουπίζοντας τα μάτια σου…
Κώστας Κωνσταντινίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
