ΠΑΤΡΙΔΑ - Γιάννης Κρουσίνσκυ

Η ταινία “Πατρίδα” (2026) παρουσιάζει εικαστικά ένα αδιαμφισβήτητο κομψοτέχνημα, με δραματουργική απόδοση ρεαλιστικού ζόφου! Τα κάδρα της ταινίας είναι πραγματικά πανέμορφα.

Η διεύθυνση φωτογραφίας του μελετημένου Λούκας Ζαλ και τα πλάνα του Πάβελ Παβλικόφσκι σε κάνουν να αισθάνεσαι, ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη ασπρόμαυρη θέαση.

Πρόκειται αντιθέτως, για το σπάνιο ταξίδι σε μια αχρονική μύηση ασπρόμαυρου Ιστορικού - Βιογραφικού Δράματος, το οποίο όμως επανεξετάζεται κινηματογραφικά, με οπτικοποιημένη συμπύκνωση. Σαν να περνά σκηνοθετικά στο μικροσκόπιο, από έναν λογοτέχνη με αιφνιδιαστική φειδώ!

Η ταινία παίζεται ακόμη, μέχρι και τις 30 Σεπτεμβρίου. Και πραγματικά αξίζει, να την απολαύσετε στη Σκοτεινή Αίθουσα, μέχρι και την “τελευταία στιγμή.” Διότι θα έχετε προλάβει να παρακολουθήσετε τη σπάνια Αισθητική, μίας εκ των Δέκα Καλύτερων ταινιών της χρονιάς!

Ανάλυση

Εισαγωγή...

Ο σχεδόν εικαστικός συνδυασμός, περίτεχνης κινηματογραφικής αφήγησης και μυστηριακής ασπρόμαυρης θέασης, ακολουθεί με αφοσίωση τον ακαδημαϊκά διακεκριμένο και διαδοχικά βραβευμένο συγγραφέα, Τόμας Μαν μαζί με την κόρη του, Έρικα. Κατά την προσωρινή επιστροφή τους στη Γερμανία. Μετά από χρόνια ασφαλούς παραμονής στις ΗΠΑ, αυτή η επίφοβη και αμήχανη επιστροφή τους στα πάτρια εδάφη προκαλεί διάφορα, μη διαχειρίσιμα συναισθήματα, στους χαρακτήρες Τόμας και Έρικα.

Κανονικά τα “Πάτρια Εδάφη”, ως οικουμενική έννοια που εκφράζει αίσθηση ζεστασιάς, οικειότητας και σπιτιού, με την οποία συμφωνεί ετυμολογικά η αγγλική λέξη “Fatherland” και η πολωνική “Ojczyzna” (ο γνήσιος τίτλος της ταινίας), συνιστούν έναν ιδιαίτερο τόπο! Τον τόπο που γεννιέται, μοχθεί, ευτυχεί, ζει και πεθαίνει κάποιος. Τις ρίζες, με την προγονική του γη. Με τη γη του πατέρα του, κατά την ελληνική απόδοση “Πατρίδα” ή ακόμη πιο αναλυτικά “Πατρίς Γαία” (όπως είχε πει κάποτε και ο σπουδαίος κριτικός Θεάτρου, Κώστας Γεωργουσόπουλος). Ωστόσο, εδώ ο Πάβελ Παβλικόφσκι κάνει κάτι αλλιώτικο.

Μας βάζει ως θεατές πανέξυπνα στην εντελώς αλλιώτικη θέση, ενός ανθρώπου που διέφυγε επειγόντως από την πατρίδα του (Τόμας Μαν με την οικογένειά του), το 1933. Όταν δηλαδή άρχιζε να προετοιμάζεται, ο ναζιστικός εφιάλτης. Και που ο ίδιος, μα αλλιώτικα διαμορφωμένος πια από άποψη ψυχοσύνθεσης άνθρωπος, επέστρεψε τελικά εκεί (μόνο με την κόρη του), το 1949. Όταν δηλαδή όλα αυτά τα ναζιστικά τερατουργήματα είχαν πια ηττηθεί. Και όταν πλέον, η χώρα, η Ευρώπη και ο Κόσμος προσπαθούσαν να βρουν τον εαυτό τους. Παρόλα αυτά, η τωρινή επιστροφή των Τόμας και Έρικα Μαν, απέχει παρασάγγας από το να νιώθουν οι ίδιοι την παραμικρή ζεστασιά, την οικειότητα και τη σπιτική αίσθηση του ανήκειν στη χώρα τους. Απεναντίας, η τωρινή επιστροφή των Τόμας και Έρικα στην πατρίδα τους, είναι δικαιολογημένα αμήχανη και επίφοβη.

Γενικώς…

Διότι τα πράγματα μοιάζουν ακριβώς, όπως εκείνοι τα φοβόντουσαν στην προβληματισμένη πολυεπίπεδη σκέψη τους... Δηλαδή εν έτει 1949, επιστρέφοντας έπειτα από πολλά χρόνια, από τις ΗΠΑ στη Γερμανία, έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα. Όπως: Κατάλοιπα του φασισμού υπάρχουν ακόμη στη συνείδηση ορισμένων Γερμανών πολιτών, στη Δυτική Γερμανία. Ένα αλλιώτικο κήτος, σοβιετικής απόχρωσης, έρχεται να καταβροχθίσει την Ανατολική Γερμανία. Σε θεσμικό επίπεδο, κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται απολύτως ή ανιδιοτελώς, τις αγνές προθέσεις στο συγγραφικό έργο και στην ειρηνική παιδεία του λογοτέχνη Τόμας Μαν. Στο δε οικογενειακό επίπεδο, η στενά συνδεδεμένη κόρη Έρικα Μαν, παρά την πολύγλωσση εκμάθηση και τις άλλες επιμορφωτικές δεξιότητές της, αισθάνεται να βυθίζεται αναπόδραστα, μέσα...

Στην ακαδημαϊκή σκιά, του πατέρα της. Στην αναντίρρητα ντελικάτη αποστασιοποίηση, της μητέρας της. Και στην απουσία ενσυναίσθησης, του αδερφού της. Ενώ ο απόμακρος γιος Κλάους Μαν, έχει τελειώσει οριστικά με τον πατέρα του και πλέον χάνει το συνδεδεμένο νήμα της όμορφης πλευράς της Ζωής με την αδερφή του. Και όχι μόνο. Μοιάζει να μην μπορεί να αποδράσει καν από την εγκλωβισμένη θλίψη της δικής του Ζωής και από τα φτερά του πρόωρου Θανάτου. Μοιάζει να μην μπορεί να αποδράσει προς την ευτυχία, μην κατανοώντας έτσι την οπτική του θριάμβου της Ζωής στο έργο του διαχρονικού ποιητή Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε. Μοιάζει να εκτιμά περισσότερο τη μουσική διάνοια του διαχρονικού συνθέτη Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, σε πιο πένθιμα μοτίβα. Μοιάζει να ακολουθεί τη γενικότερη γερμανική πολιτισμική παράδοση, η οποία (σύμφωνα και με μελετημένη ανάλυση του πατέρα του) εμπνέεται από την συγκλονιστική έννοια του Θανάτου.

Η ταινία “Πατρίδα” (“Fatherland”, 2026), του Πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι παρουσιάζει μια μοναδική κινηματογραφική πληρότητα! Και αυτό μάλιστα πραγματοποιείται, μόλις μέσα σε μία ώρα και 22 λεπτά! Δηλαδή σε μια ορατά και εντυπωσιακά, σύντομη χρονική διάρκεια ταινίας Μεγάλου Μήκους, εν συγκρίσει με τα γνώριμα κινηματογραφικά δεδομένα της εποχής μας. Η γεύση που αφήνει στον θεατή η ταινία, με την ειδική κινηματογραφική διάρκειά της, θα μπορούσε να περιγραφεί όχι απλώς με τον συγκρατημένο χαρακτηρισμό “επαρκής”, μα να συνοψιστεί πολύ πιο δίκαια από την αρμόζουσα, σαφώς πιο προσδιοριστική φράση, “αξιοπρόσεκτη, κινηματογραφική μεστότητα.”

Και μεγάλη σημασία έχει, ότι το ταξίδι της ταινίας σε καθοδηγεί μεθοδικά και γρήγορα, έτσι ώστε να διαπιστώσεις και κάτι ακόμη. Το γιατί πρόκειται, επιπροσθέτως, για ένα έργο με αναβαθμισμένο επίπεδο αξιοπρόσεκτης κινηματογραφικής μεστότητας! Διότι σε αυτή την επαρκή (σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης) ειδική χρονική διάρκεια των 82 λεπτών ταινίας, μπροστά από τα μάτια του θεατή περνούν με ωφέλιμο τρόπο τέτοια στοιχεία επικοινωνιακής κινηματογραφικής γλώσσας, που μεταδίδουν άκρως αποτελεσματικά τη συγκροτημένη κριτική σκέψη του όλου έργου, από τον ώριμο δημιουργό Παβλικόφσκι.

Ο καλλιτεχνικός προβληματισμός, η σκηνοθετική άποψη, ο χωροχρόνος έκφρασης των κεντρικών περσόνων της ταινίας, η δυνατότητα χώρου επεξεργασίας πληροφοριών και χρόνου αντιδράσεων προς τον θεατή, είναι εκείνα τα ισχυροποιημένα στοιχεία δημιουργικότητας, που πράγματι συντελούν στην κινηματογραφική μεστότητα της ταινίας! Και στην πιο ανιχνευτική κριτική διαπίστωση (προς όποιον μελετά την ταινία), του ότι η κινηματογραφική μεστότητα αυτή όντως αποδεικνύεται αξιοπρόσεκτη. Και όντως, αναβαθμισμένου επιπέδου.

Ταινίες άλλωστε υπάρχουν πολλές με διάρκεια 90 λεπτών, οπότε τα κοντινά 82 λεπτά δεν εξασφαλίζουν επουδενί από μόνα τους τα όσα θετικά σημεία πετυχαίνει η ταινία “Πατρίδα.” Απεναντίας, αυτό το πράττουν η ευστοχία, η εξάπλωση και η διατήρηση της γοητευτικής κινηματογραφικής γεύσης, που αφήνει η ταινία στη -βήμα προς βήμα- καλοδουλεμένη μύηση του θεατή. Αυτά είναι τα κινηματογραφικά ερεθίσματα, που φτάνουν αποτελεσματικά στο μυαλό του θεατή.

Ωστόσο, ο θεατής θα πρέπει να κατανοήσει ότι -προκειμένου να φτάσει επιτυχώς στο ολοκληρωμένο ταξίδι της η συγκεκριμένη ταινία- υπάρχουν άλλα επιμέρους στοιχεία, που βοήθησαν οργανικά στην εύρυθμα αποτελεσματική ξενάγηση αυτού του κινηματογραφικά γεμάτου, καλλιτεχνικού προορισμού. Ώστε τελικά να εντοπίζεται, ότι η μεστότητα ενυπάρχει στα θεμέλια της ταινίας! Καθότι αυτή η χορταστική αίσθηση κινηματογραφικής πληρότητας, την οποία προσφέρει η ταινία μετά την παρακολούθησή της, δεν εναποτίθεται αμιγώς στη συμπυκνωμένη χρονική της διάρκεια. Ούτε όμως και μόνο στην καλή επικοινωνιακή σχέση της με τον δημιουργό, τους κεντρικούς ήρωες και τον θεατή.

Μα στην πραγματικότητα, οφείλεται σε πιο σύνθετους κατασκευαστικούς λόγους. Δηλαδή αυτό που επί της ουσίας προσφέρει τη μεγάλη διάκριση στην ταινία για να λάβει την έννοια της “σύντομης και περιεκτικής” χρονικής διάρκειας (των ιδανικών 82 λεπτών, καθώς και των αποτελεσματικών στοιχείων επικοινωνίας μεταξύ δημιουργού/κεντρικών ηρώων/θεατή), είναι η δομημένη μεθοδολογία της. Δηλαδή, η δημιουργικά και επικοινωνιακά προσεγμένη, κινηματογραφική φόρμα! Από την αρχή, τη μέση και το τέλος της ταινίας.

Έτσι ώστε να μπορεί να αναπνεύσει και να δηλώσει την αναβλύζουσα παρουσία της, η θεμελιώδης κινηματογραφική μεστότητα, της ίδιας της πολύτιμης κινηματογραφικής φόρμας! Με άλλα λόγια, η αυτόνομη κινηματογραφική φόρμα, εδώ λειτουργεί προς όφελος της ταινίας σε πολλά περισσότερα επίπεδα! Από το αρχικό επίπεδο κινηματογραφικής κατασκευής της ταινίας, από την ενδιάμεση καλλιτεχνική αναβάθμισή της, μέχρι και την τελική ψυχαγωγική κατανόησή της από τους θεατές.

Ουσιαστικά, ο σκελετός και η μεθοδολογία, δείχνουν την πυρηνική ωριμότητα του εμφανώς όλο και πιο βελτιωμένου καλλιτέχνη Παβλικόφσκι εν έτει 2026! Καθότι η τωρινή ταινία του με αυτόν ακριβώς τον τρόπο κινηματογραφικής φόρμας κατορθώνει να απευθύνεται ταυτοχρόνως, σε λόγιους κινηματογραφόφιλους (που διαθέτουν κινηματογραφική παιδεία και γνώσεις πολιτικοϊστορικών γεγονότων) και σε απλούς θεατές (που τουλάχιστον θα γνωρίζουν κάποια στοιχειώδη ιστορικά γεγονότα). Και όλο αυτό, φαίνεται με ιδιαίτερη αισθαντικότητα σε έναν συγκεκριμενοποιημένο συνδυασμό κατασκευαστικής προσέγγισης! Τον εξαιρετικό συνδυασμό, κάδρων και στιχομυθιών!

Συμπερασματικά

Καθότι η ταινία “Πατρίδα” περιείχε σκηνοθετικά κάδρα και σεναριακές στιχομυθίες, αναπόσπαστα μεταξύ τους, ως προς την κεντρική καλλιτεχνική νοηματοδότηση! Ο θεατής εισπράττει καλλιτεχνικά: πληροφορίες, συναισθήματα, μυθοπλαστική και ιστορική προσέγγιση από το οργανωμένο δραματικό όραμα του Πάβελ Παβλικόφσκι. Μα όλο αυτό γίνεται, εξαιτίας αλληλοεξαρτώμενων - αλληλοσυμπληρωμένων κάδρων και στιχομυθιών (που από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να σταθούν στην ταινία προσφέροντας την ολοκληρωμένη κινηματογράφηση που είδαμε). Κάδρα και στιχομυθίες, πότε μαζί, πότε δίνοντας λίγο χώρο το ένα στοιχείο στο άλλο, περιγράφουν συνδυαστικά στον κινηματογραφόφιλο αυτό το έντονο δραματικό ταξίδι επιστροφής.

Του συγγραφέα Τόμας Μαν στην πατρίδα του, εν έτει 1949. Στη Δυτική (Φρανκφούρτη) και στην Ανατολική (Βαϊμάρη) Γερμανία. Τα κάδρα της ταινίας “Πατρίδα” (2026) είναι πραγματικά πανέμορφα! Η διεύθυνση φωτογραφίας του μελετημένου Λούκας Ζαλ και τα πλάνα του Πάβελ Παβλικόφσκι σε κάνουν να αισθάνεσαι, ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη ασπρόμαυρη θέαση. Πρόκειται αντιθέτως, για το σπάνιο ταξίδι σε μια αχρονική μύηση ασπρόμαυρου Ιστορικού – Βιογραφικού Δράματος, το οποίο όμως επανεξετάζεται κινηματογραφικά, με οπτικοποιημένη συμπύκνωση. Σαν να περνά σκηνοθετικά στο μικροσκόπιο, από έναν λογοτέχνη με αιφνιδιαστική φειδώ! Έτσι, ο Παβλικόφσκι ελευθερώνει τον δικό του κινηματογραφικό εαυτό, του κεντρικού του ήρωα συγγραφέα Τόμας Μαν, αλλά και των σημερινών θεατών που θα απολαύσουν το φιλτράρισμα στη μελέτη μιας ταραχώδους Ευρώπης του 1949 (ενόσω πολλοί παράλληλα ζουν σε μια αλλιώτικη ταραχώδη Ευρώπη του 2026).

Η νέα ταινία “Πατρίδα” του Πάβελ Παβλικόφσκι παρουσιάζει στο κομμάτι της σκηνοθεσίας, ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον εκφραστικό στοιχείο. Και αυτό δεν είναι άλλο, από τη θαυμαστή ικανότητα του Πολωνού σκηνοθέτη να αιχμαλωτίζει πλάνα, σύμφωνα με τον πυρήνα της ιδιαίτερης σκέψης του! Σύμφωνα με τους τεχνικούς και δραματουργικούς υπολογισμούς του. Και είναι αξιοσημείωτο να αναφέρουμε, πως αυτό το πράττει, τόσο σε εξωτερικούς (π.χ. μόλις υποδέχεται τον κεντρικό ήρωα Τόμας Μαν πλήθος ανθρώπων έξω από σχετικό κτίριο), όσο και σε εσωτερικούς χώρους (π.χ. δωμάτια, μέσα στα οποία ο Τόμας Μαν αντικρίζει την κόρη του).

Πλάνα στα οποία διαφαίνεται, τόσο η απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων με τη μαεστρική Αισθητική της πλανοθεσίας του Πάβελ Παβλικόφσκι. Όσο και το σκεπτικό του πολυγλωσσικού σεναρίου των Πάβελ Παβλικόφσκι – Χενκ Χαντλέκτεν, που υποδεικνύει το σύμπαν των παγκόσμιας νοοτροπίας κεντρικών ηρώων, Τόμας - Έρικα. Και τα δύο στοιχεία αυστηρής πλανοθεσίας και πολυγλωσσικού κώδικα, συμβαίνουν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους, υπό ειδικές οπτικές γωνίες. Είναι, λες και πήρε ένα “κινηματογραφικό μοιρογνωμόνιο” ο Παβλικόφσκι και εξισορρόπησε μια απόδοση υψηλής Αισθητικής, ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα και στην προβληματισμένη παγκόσμια νόηση των κεντρικών ηρώων. Το δε μοντάζ των Πάβελ Παβλικόφσκι - Πιότρ Βόϊτσικ, κατορθώνει και θίγει επιτυχώς το βίωμα των κεντρικών ηρώων Τόμας Μαν – Έρικα Μαν, υποδηλώνοντας την παρουσία όλων των ιστορικών γεγονότων (γεγονότων που έχουν συμβεί, που συμβαίνουν και που θα συμβούν).

Η ωριμότητα του Παβλικόφσκι στην ταινία “Πατρίδα” (καμία σχέση με το προβληματικό μοντάζ της ταινίας “Ίντα”) εντοπίζεται στη συνολική χωροχρονική απόδοση του μοντάζ, αλλά και στην άμεση διαδοχή πλάνων. Όσον αφορά τα άμεσα cuts στο μοντάζ, ένα καλό παράδειγμα είναι το πώς περνά το έργο από τις εγκεφαλικές ανησυχίες των Τόμας και Έρικα στο ίδιο το οργανικό ταξίδι με το αυτοκίνητο, όπου αυτό γίνεται πολύ αρμονικά. Η δράση μέσα στο αυτοκίνητο δείχνει, την κοινωνική ανεξαρτησία του τότε πρώιμα μεταπολεμικού Ανθρώπου, σε ευρωπαϊκό έδαφος εν έτει 1949. Επίσης δείχνει, τη σκηνοθετική παρατήρηση της κίνησης του μέσου μεταφοράς και της παράλληλης ή αλλιώτικης κίνησης των συναισθημάτων των περσόνων, οι οποίες βρίσκονται εντός του αμαξιού. Και φυσικά, ότι το αμάξι αποτελεί ένα μέσο ιδιωτικότητας έμπιστων συζητήσεων. Επιπλέον, έχουμε την αποτυπωμένη κοινωνική θέση της γυναίκας στην οδήγηση, όταν η κόρη Έρικα οδηγεί συνεχώς και ο πατέρας Τόμας κάθεται πίσω ή στη θέση του συνοδηγού. Τα επιλεγμένα κοινωνιολογικά μοτίβα στην ταινία “Πατρίδα” (2026) του Πάβελ Παβλικόφσκι, μέσα από την οδήγηση μάς οδηγούν σε συσχετίσεις Φιλμογραφιών.

Κοινωνιολογικά μοτίβα, όπου στη θέση του οδηγού βρίσκεται σε προστατευτικό ρόλο η δυναμική γυναίκα και στου λόγιου, πατρικής μορφής χαρακτήρα, τη θέση συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα διαθέτει ο καταξιωμένος άντρας. Αυτά, έχουν ορισμένες εμφανείς, αλλά και μερικές αρκετά πιο αφηρημένες κινηματογραφικές επιρροές. Από τον αξεπέραστο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στις επίσης ασπρόμαυρες ταινίες, “Άγριες Φράουλες” (στο έτος 1957) και “Περσόνα” (στο έτος 1966). Σαφώς, με άλλη συγγενική σχέση γυναίκας και άντρα, με άλλη αλληλουχία οδηγού – συνοδηγού και κυρίως, με αλλιώτικη αμηχανία συνομιλιών ή μη συνομιλιών στις ανθρώπινες συγκρούσεις (π.χ. στην “Περσόνα” το αμάξι είναι στάσιμο, μα εξακολουθεί να έχει χρήση ιδιωτικότητας, ενώ η σύγκρουση αφορά τον γυναικείο ψυχισμό). Σημασία όμως έχει η κεντρική ιδέα, των συσχετίσεων Ανθρώπου και Οχήματος, που αναφέραμε λίγο παραπάνω. Ένας Σινεφίλ, θα εντοπίσει τις υπαρκτές ομοιότητες, στις δυναμικές όλων των περσόνων.

Επανερχόμαστε, στο έργο του Παβλικόφσκι “Πατρίδα” (2026). Στις ερμηνείες η ταλαντούχα Σάντρα Χούλερ (περσόνα Έρικα Μαν) και ο πολύπειρος Χανς Ζίσλερ (περσόνα Τόμας Μαν) απέδωσαν παραστατικότατα μια έντονη δραματική αίσθηση, της ταυτοχρόνως τόσο κοντινής και τόσο αποστασιοποιημένης σχέσης, μεταξύ κόρης και πατέρα! Μεταξύ συγγραφέα παγκοσμίου κλάσης και μεταφράστριας – επικοινωνιακής συμβούλου του! Βρήκα ιδιαιτέρως χιουμοριστικό, το ότι ο Παβλικόφσκι την παλιότερη αγαπημένη του πρωταγωνίστρια από τον “Ψυχρό Πόλεμο” (2018), Γιοάννα Κούλιγκ (όπου εκεί υποδύθηκε μια επιτυχημένη τραγουδίστρια ευρωπαϊκών επιπέδων μέχρι και με παγκόσμιες Jazz καταβολές), εδώ στην ταινία “Πατρίδα” (2026) αντιθέτως την αξιοποίησε σε πολύ πιο σύντομο ρόλο (μιας απλής συμπαθητικής, πρώιμης Jazz τραγουδίστριας, πίσω στο βάθος).

Ο Παβλικόφσκι επιμένει με την χρονολογία του καθοριστικού έτους 1949, η οποία φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαιτέρως, γενικότερα στο Σινεμά του (λόγου χάριν, στην αμέσως προηγούμενη ταινία του, “Ψυχρός Πόλεμος”, παρομοίως από το 1949 ξεκινούσε χρονολογικά το έργο). Το ίδιο συμβαίνει επαναληπτικά όμως ακόμη και σε άλλη χρονολογία, με την εγκεφαλική αντιμετώπιση παρελθοντικού ναζιστικού ολέθρου, τη δια ζώσης εμπειρία παροντικής σοβιετικής ζοφερότητας και τη μελλοντική ανατριχίλα σοβιετικής δυστοπίας (όπως στην ταινία “Ίντα”). Στον δε “Ψυχρό Πόλεμο” έφτιαξε ξανά μυθοπλαστικά πρόσωπα. Ενώ τώρα στην “Πατρίδα”, θα προκρίνει και θα μας υπενθυμίσει τα κομβικά, ιστορικά αληθινά πρόσωπα. Ωστόσο, αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης ασχολείται χωροχρονικά, όχι με τα εδάφη της Πολωνίας (ταινίες “Ίντα” και “Ψυχρός Πόλεμος”), μα με τη Γερμανία, λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (ταινία “Πατρίδα”). Αλλά εκείνη τη Γερμανία, όπως την έβλεπε η μορφωμένη, προβληματισμένη και απαυδισμένη οικογένεια του Τόμας Μαν. Αναφορές και σκέψεις για την Πολωνία υπάρχουν ωστόσο (π.χ. όταν η Έρικα ανοίγει το παράθυρο φρικαρισμένη, επειδή ακούει νεαρούς να τραγουδούν για το πώς ενδεχομένως να εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά Πολωνέζες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Εν κατακλείδι, ο λόγος, που έφτασε ο σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφσκι σε τέτοιο αναβαθμισμένο επίπεδο κινηματογραφικής φόρμας, μόλις με διάρκεια ταινίας τα 82 λεπτά, είναι απλός. Μα κομβικός. Επειδή, στην αμέσως προηγούμενή του ταινία “Ψυχρός Πόλεμος” (2018), αποφάσισε, ότι από εκείνο το σημείο και μετά ο ίδιος, με περίτεχνη αντιφατική ισορροπία, επιθυμεί να επικοινωνεί τις εγκεφαλικές ιδέες του πεντακάθαρα στον θεατή! Μακριά λοιπόν από τον κακό του παλιό εαυτό της γοητευτικής μεν και ορθά δραματικής από σεναριακή άποψη, μα επικοινωνιακά προβληματικής από άποψη μοντάζ και σκηνοθεσίας, ταινίας “Ίντα” (2013). Ο αποφασισμένος Πάβελ, μέσα από τον κινηματογραφικά άρτιο “Ψυχρό Πόλεμο” (2018), άλλαξε από τότε οριστικά ρότα μεθοδολογίας. Άγγιξε επίπεδα καλλιτεχνικού οίστρου και κινηματογραφικής επικοινωνίας, ταυτοχρόνως.

Και έφτασε στο θετικότατο σημείο, να αποτελεί πια έναν σκηνοθέτη με ισχυρή πολωνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, κινηματογραφική υπογραφή στο Σύγχρονο Σινεμά, μέσα από την τωρινή εξαίσια ταινία του, “Πατρίδα” (2026). Αξιοσημείωτη, είναι και η χιουμοριστική πινελιά του Παβλικόφσκι εδώ σε διάφορα σεναριακά σημεία (θαρραλέα άποψη του διαφωνούντος Τόμας Μαν για τα ναζιστικά αίσχη συγγενών του συνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ – θαρραλέα άποψη της διαφωνούσας Έρικα Μαν για τον πρώην άντρα της, φιλοναζί ηθοποιό Γκουστάβ Γκρούντγκενς). Συνεπώς, η ταινία “Πατρίδα” παρουσιάζει εικαστικά ένα αδιαμφισβήτητο κομψοτέχνημα, με δραματουργική απόδοση ρεαλιστικού ζόφου! Πέρασαν οχτώ ολόκληρα χρόνια και ο Πάβελ επέστρεψε κινηματογραφικά! Η αναμονή, μεταξύ των ετών 2018 και 2026, τελικά άξιζε. Επιπλέον, εξυπακούεται, πως η φετινή ταινία του είναι ξεκάθαρα μέσα στις Δέκα Καλύτερες της Χρονιάς, που διανύουμε!

Σκεπτικό…

Διακριτική Πατρική Αγάπη

Τρία Υποκειμενικά Πλάνα

Ουσιαστικά, εδώ ως θεατές βλέπουμε δύο φορές την οπτική γωνία μέσα από τα μάτια του Τόμας Μαν προς την κόρη του, Έρικα Μαν. Εκείνη διαμαρτύρεται και ο Τόμας την προσέχει – παρατηρεί, από κοντά. Και τελικά την ακούει, περισσότερο από όσο η ίδια πιστεύει.

Υποκειμενικό πλάνο όμως υπάρχει και μια τρίτη φορά. Στο εφιαλτικό όνειρο του Τόμας. Για την τελετή κήδευσης, του αυτόχειρα γιου Κλάους. Και εκεί, ο πατέρας Τόμας βλέπει τον Κλάους, απέναντί του. Αλλά πολύ πιο μακριά, από ό,τι έβλεπε την Έρικα.

Συνοψίζοντας, μέσα από τα τρία αυτά υποκειμενικά πλάνα, προκύπτει ότι: Το συναισθηματικό και λόγιο δέσιμο με την Έρικα είναι εμφανές στον ξύπνιο του Τόμας. Ενώ η καθολική αποστασιοποίηση με τον Κλάους, είναι εμφανής κυρίως στον ύπνο και στο υποσυνείδητο του Τόμας.

Τρόπος Ένωσης Δύο Παιδιών

Δηλαδή, ο τρόπος που ενώθηκε κινηματογραφικά η διακριτική πατρική αγάπη του Τόμας Μαν, για τα δύο παιδιά του. Ήταν ο εξής συνδυαστικός τρόπος: Εικόνα Κλάους και Σκεπτικό της Έρικα! Στον εφιάλτη του Τόμας για την επερχόμενη κηδεία του Κλάους, υπάρχει η ορατή ενοχή του Τόμας για την εγωιστική του πλευρά. Δηλαδή, του βραβευμένου συγγραφέα παγκοσμίου βεληνεκούς. Ένας συγγραφέας που κερδίζει μεν συνεχώς αναγνώστες, διακρίσεις, δημοσιότητα και ακαδημαϊκή αναγνώριση, μα χάνει τα παιδιά του, είτε αυτά βρίσκονται στη ζωή, είτε πλέον όχι.

Η ενοχή λοιπόν του Τόμας, αναδεικνύει, πέραν της Εικόνας του ψυχολογικά εγκαταλελειμμένου Κλάους, το Σκεπτικό της θυμωμένης Έρικα, για το άτομό του. Καθότι η ίδια του είπε, ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα εκτός από τις εγωκεντρικές παρουσιάσεις των έργων και μελετών του (όσο οικουμενικού χαρακτήρα αυτές και να είναι). Έτσι, στον εφιάλτη του ο Τόμας βλέπει, ότι πραγματοποίησε μόνο άλλη μια ευπρεπή ομιλία (την οποία πλέον ο ίδιος μάλλον αρχίζει στο υποσυνείδητό του να την απομυθοποιεί, ως προς το εάν αυτή επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στον Κόσμο).

Πιο Αναλυτικά…

Ακίνητα Πρόσωπα / Ετεροχρονισμένα Συναισθήματα

Α) Οι προβεβλημένες ομιλίες του Μαν και τα ακίνητα έως “αγαλμάτινα” πρόσωπα, που βρίσκονται στο κοινό αυτών των ομιλιών. Παρουσιάζουν μια μεγάλη αντίθεση αυτά τα πρόσωπα. Κάποια είναι παγωμένα, κάποια μοιάζουν να θαυμάζουν και να κατανοούν το μήνυμα στις ομιλίες του Τόμας, ενώ κάποια άλλα μοιάζουν να υποκρίνονται. Η υποδειγματική σκηνοθετική διαχείριση ενός τόσο ανέκφραστου / εκφραστικού πλήθους δεν περνά απαρατήρητη.

Β) Το επιβλητικό εκκλησιαστικό μουσικό όργανο ελευθερώνει πολλά συναισθήματα, ιδιωτικούς συνειρμούς και σκέψεις, προερχόμενα από προηγούμενες συνομιλίες. Η τελική Ενσυναίσθηση μεταξύ Τόμας και Έρικα έρχεται. Όλα τότε ενώνονται! Η ντροπή τους για την φρικώδη ναζιστική Γερμανία, η απογοήτευσή τους για την επερχόμενη σοβιετική ζοφερότητα, η είδηση για την αυτοκτονία του Κλάους, το πνεύμα του Μπαχ που εκτιμούσε ο Κλάους, το πνεύμα του Γκαίτε που εκτιμούσε και μελετούσε ο Τόμας. Τόμας και Έρικα κλαίνε, για όλα αυτά!

Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr

Smart Search Module