Το σενάριο, το σενάριο, το σενάριο…
Μία από τις ρήσεις που συχνάκις αποδίδουμε στον Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι και ετούτη: "Για να κάνεις μια σπουδαία ταινία χρειάζεσαι τρία πράγματα: το σενάριο, το σενάριο, και το σενάριο". Ως εργοκεντρικοί, δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε φυσικά τη συνεισφορά όλων των δημιουργικών τμημάτων κατά την παραγωγή ενός φιλμ. Όμως, βουτώντας κανείς στο Resident Evil του Ζακ Κρέγκερ, αντιλαμβάνεται από τα πρώτα είκοσι δευτερόλεπτα του έργου του γιατί ο μέγας Χίτσκοκ επέλεγε να κάνει πλάνο κοντινό, να μην πούμε και extreme close up, στην έννοια του σεναρίου.
Σε αντίθεση με το Weapons, όπου η αφήγηση σε σημεία ήταν πολυπρισματική και δαιδαλώδης, στην δική του εκδοχή πάνω στο διάσημο βιντεοπαιχνίδι ο Ζακ Κρέγκερ ακολουθεί έναν από τους πλέον βασικούς κανόνες που διδασκόμαστε σε οποιαδήποτε σύγχρονη σχολή σεναρίου: εστιάζει στην αριστοτελική μεταβολή της τύχης ενός ήρωα, στην εσωτερική μετατροπή της ψυχολογίας του, μέσα από μια σειρά εμποδίων που πρέπει να αντιμετωπίσει. Όχι ως θεωρία, παρά ως απτή δράση. Και όταν ετούτη η εξωτερική δράση γίνεται και προέκταση ή προβολή και όλου του εσωτερικού κόσμου του ήρωα, τότε το σενάριο, το φιλμ, οι θεατές βγαίνουμε τριπλά κερδισμένοι.
Κάτι τέτοιο, πράγματι, παρατηρείται σε μια ταινία που όλα δείχνουν να αλλάζει την άποψή μας περί κινηματογραφικών εξορμήσεων στον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών. Ο κεντρικός ήρωας, ο Μπράιαν, αναλαμβάνει να παραδώσει ένα τελευταίο ιατρικό πακέτο στη βάρδια του (μόσχευμα; εμβόλιο;), και η πορεία του μέσα στη σκοτεινή και χιονισμένη Ρακούν Σίτι μετατρέπεται από ρουτίνα σε αγώνα για επιβίωση.
Ο Ζακ Κρέγκερ, σφιχτοδένοντας την ιστορία του σε 90 λεπτά (ιδανική διάρκεια ταινίας, όπως μάς είχε πει το 2019 σε ένα μάστερκλας του στη Θεσσαλονίκη ο Τζον Γουότερς), δεν ξεχνάει εκτός της δράσης και της σκηνοθεσίας του ήχου του (που προκαλεί πότε τον αμήχανο γέλωτα και πότε τον ολοκληρωτικό τρόμο, και άρα είναι η ψυχή της μισής ταινίας) να σπείρει στο σενάριο του και τα λογής διακυβεύματα.
Αρχικά, σχετικά με τον ήρωα. Που από τον υποδειγματικό πρόλογο μαθαίνουμε ότι πρόκειται να γίνει πατέρας, αλλά στο τηλεφώνημα υπερισχύει ο φόβος απέναντι στην καινούρια ζωή και η απάντησή του στη φίλη του είναι αμήχανη (αργότερα, αριστοτελικά θα μπει κι αυτό στον ίσιο δρόμο). Προχωρώντας η πλοκή, καθώς τον κυκλώνει το παράλογο και το ανοίκειο, γίνεται προοδευτικά η μετακίνηση μέσα του. Και σαν να τον βλέπουμε να θέλει να κρατηθεί στη ζωή, για εκείνη την ψυχή που δεν αντάμωσε ακόμα. Οι δε εικόνες της περιπέτειας και της φρίκης, ψυχαναλυτικά ιδωμένες, παραπέμπουν ανά στιγμές στα αναπόφευκτα συμπτώματα της γυναικείας εγκυμοσύνης και των φόβων του άνδρα για την ευθύνη που έρχεται (τα ποντίκια στην κοιλιά του υπερμεγέθους τέρατος, οι εμετοί, κ.λ.π.).
Όταν πλέον φτάνουμε στο τί διακυβεύεται μέσα από αυτόν τον καθημερινό, ατσούμπαλο ωσάν χρήστη πλατφόρμας βίντεο γκέιμ ήρωα για την ίδια την ανθρωπότητα, το τελευταίο μέρος γίνεται ακόμα πιο συνταρακτικό έτσι όπως κλιμακώνεται. Και ταυτόχρονα, έχουμε και μια μεταστροφή του ήρωα μέσα από τη μορφή, μέσα από το μακιγιάζ. Σε αντίθεση, όμως, με το ''The Substance" όπου εκεί το μακιγιάζ-αν και γλυπτική ολόκληρη, καπέλωνε την πρωταγωνίστρια-, στην περίπτωση του Resident Evil φτάνουμε σε επίπεδα "Μύγας", με το σενάριο να γίνεται οδηγός σε μια ισορροπία ερμηνείας και οπτικού θεάματος.
Μια χρονιά, το 2026, που οι ταινίες του φανταστικού φαίνεται να έχουν πάρει όλο το χαρτί. Δεν μας χάλασε καθόλου.
Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή
