HOPE - Παναγιώτης Λιάκος

Ένα αντί-Avatar από τη Νότια Κορέα

Είναι στιγμές που κοιτάζεις τη θάλασσα των φώτων της πόλης, και αναρωτιέσαι τί μπορεί να συμβαίνει σε μία άλλη πολιτεία, χιλιάδες μίλια μακριά από τη δική μας. Τι μπορεί να σκεφτέται ο κόσμος; Πώς να διασκεδάζει, άραγε, στον κινηματογράφο. Εάν το πρώτο ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί στην εποχή μας, τότε για το δεύτερο παίρνουμε μια μυρωδιά, αφού, σχετικά με την προκειμένη περίπτωση, συχνάκις βλέπουμε ταινίες φαντασίας και τηλεοπτικές σειρές από τη Νότια Κορέα.

Το Hope, σε σκηνοθεσία Να Χονγκ-τζιν, έρχεται για να μας δώσει μια εμπειρία μπλοκμπάστερ, που αν και πατάει πάνω στη χολιγουντιανή φόρμουλα, εν τούτοις τα μοναδικά στοιχεία της ταυτότητας της χώρας παραγωγής του, καθιστούν τη θέαση μια άκρως ενδιαφέρουσα εμπειρία.

Σε ένα απομωνομένο χωριό, ο αρχηγός της αστυνομίας, μια ομάδα ντόπων κυνηγών και μια γυναίκα αστυνομικός θα κληθούν να αντιμετωπίσουν την βίαιη επίθεση ενός ακαθορίστου ταυτότητος τέρατος. Εμείς, ως θεατές, για τις επόμενες δυόμιση ώρες παράλληλα με το θέαμα- όπου πρωταγωνιστούν καθοριστικά τα οπτικά εφέ- θα παρακολουθήσουμε το πώς μια ολόκληρη κοινωνία βουλιάζει στην υστερία και το αδιέξοδο, προτού αποφασίσει να δράσει.

Ο Να Χονγκ-τζιν δεν βιάζεται καθόλου να περάσει στην καρδιά του φιλμ του και τις αποκαλύψεις γύρω από την ταυτότητα του βίαου εισβολέα. Αντιθέτως, κατά το πρώτο μέρος του φιλμ χτίζει μεθοδικά, αποδομώντας το στην ουσία, το προφίλ του αφελή αρχηγού της αστυνομίας- ενός άνδρα ανέτοιμου, κάπου εξουσιομανή και σίγουρα χωρίς να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευφυία. Για όσους ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν το πώς χτίζεται το είδος στο "Hope", αρκεί να "μελετήσουν" την εναρκτήρια, μακροσκελή σεκάνς με τους πολίτες σε απορία και τον αρχηγό να "κλαίει πάνω από το χυμένο γάλα". Κατόπιν, ο ρόλος θα χρωματιστεί από την στιγμιαία συμπάθεια που θα δείξει ο αρχηγός απέναντι στις όψεις του ''άλλου", ενόσω ο Χονγκ-τζιν, πάντοτε μέσα από τον άξονα του μπλοκμπάστερ, επιχειρεί να σκιαγραφήσει τί εστί μαζική υστερία.

Παρά τα μεγάλα μάκρη του (ιδίως κατά τις θεαματικές σκηνές του δεύτερου μέρους), εν τούτοις το μοντάζ δεν σε αφήνει να τραβήξεις το βλέμμα σου από την οθόνη, πότε εισάγοντας δυναμικούς χαρακτήρες (η αστυνομικός), πότε δίνοντας στους δευτεραγωνιστές την ευκαιρία να κλέψουν την παράσταση (η αριστοφανικών διαστάσεων σκατολογική αφήγηση του γηραιού ορεισίβιου) και άλλοτε σοκάροντας μέσω των φρικωδιών που εκτίθονται στην οθόνη και μια αντί-Avatar διάθεση που είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα.

Με το δεύτερο μέρος ήδη προ των πυλών, ας ευχηθούμε αυτό το κράμα περιπέτειας φαντασίας και μαύρης σάτιρας να κορυφωθεί κατά τα πρότυπα του Κουέντιν Ταραντίνο για τις κινηματογραφικές τριλογίες, και να μην γνωρίσει την τύχη της σειράς ταινιών του Κάμερον, που παρά τα κολοσσιαία επιτεύγματα στη χρήση των οπτικών και ακουστικών εφέ, φαίνεται να γυρίζει Avatar μετά το Avatar γύρω από την ουρά του.

Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή

Smart Search Module