Σύνοψη: Η ξαφνική και ανεξήγητη εξαφάνιση της συζύγου του, ταράζει την ήρεμη καθημερινότητα του Φερνάντο (Manolo Solo), έναν χαμηλών τόνων καθηγητή γεωγραφίας, και φέρνει στην επιφάνεια υπαρξιακά διλήμματα θαμμένα για χρόνια. Στην προσπάθεια του να επαναπροσδιορίσει την ζωή του, καταλήγει σε μια πορτογαλική φάρμα όπου υποδυόμενος έναν άλλον, παίρνει τη θέση του κηπουρού.
Η ενσωμάτωση του στο νέο αυτό περιβάλλον και η σχέση με την ιδιοκτήτρια του κτήματος, Αμάλια (Maria de Medeiros), τον φέρνει αντιμέτωπο με το ερώτημα αν η νέα αυτή ζωή του ανήκει ή του αναλογεί.
Άποψη: Εκ πρώτης όψεως, το φιλμ της Avelina Prat, που είναι σαν να καθρεφτίζει προβληματικές του κλασικού «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ» του Antonioni: είναι μια σπουδή ενός ιδιαίτερου χαρακτήρα που είναι δύσκολο να τον ερμηνεύσει κανείς στις αντιδράσεις του «μια κι έξω».
Σταδιακά όμως μετατρέπεται σε μια κινηματογραφική μελέτη για κάτι ευρύτερο, τον αποξενωμένο από τον περίγυρό του άνθρωπο, και δη αυτόν που βρίσκεται σ’ ένα υπαρξιακό τέλμα τέτοιο που έχει αποσυνδεθεί συναισθηματικά και από τον ίδιο τον τόπο του (διόλου τυχαίο φυσικά το ότι ο πρωταγωνιστής είναι καθηγητής γεωγραφίας, ούτε το ότι επιλέγει να υποδυθεί τον κηπουρό και να πιάσει κυριολεκτικά τη γη με τα χέρια του).
Ουσιαστικά αναπτύσσεται ένας στοχασμός γύρω από την έννοια του «ατόμου χωρίς πατρίδα», όχι ως η μονάδα εκείνη που συνειδητοποιημένα αποφασίζει να μην αφήσει τη γεωγραφία να προσδιορίσει την ταυτότητά της, αλλά ως αυτή που έχει διαμορφωθεί κάτω από αυτήν την οιονεί προστατευτική ομπρέλα, σε τέτοιο βαθμό που όταν έρχεται η ρήξη με όσα τη συνδέουν με την εν λόγω ιδιότητα, το οικοδόμημα της ψυχολογικής συνοχής καταρρέει.
Η σύνδεση του σεναρίου με την ψυχολογία φαίνεται ακόμη πιο έντονα όταν γίνεται αντιληπτό ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται, αυτό της ταύτισης της διάθεσης για εξομολόγηση με τη λύτρωση. Ίσως το σύνολο να είναι πιο πειστικό όταν επεκτείνει τα όσα έχει να διατυπώσει σ’ ένα γενικότερο φιλοσοφικό πεδίο παρά σ’ ένα πιο πολιτικοποιημένο, που υπάρχει έμμεσα.
Εντούτοις, το φιλμ γοητεύει, κι έχει τον τρόπο του να συντονίζει τον θεατή με τους ρυθμούς του, που έχουν «κουρδιστεί» έτσι ώστε να εναρμονίζονται και μ’ έναν στοχασμό προορισμένο να συντελείται από το κοινό κατά τη διάρκεια της προβολής.
Από ομιλητής ως διδάσκων στο πανεπιστήμιο που εργάζεται, ο Fernando του Manolo Solo θα μάθει σταδιακά μέσα από το ταξίδι του το πώς να είναι καλός ακροατής του άλλου, κάτι που δεν διέθετε ως αρετή προηγουμένως, και πιθανότατα το έλλειμμα αυτό να του προκάλεσε κάποια από τα δεινά που αναγκάζεται να υποστεί.
Μπορεί το «κέλυφος» της ιστορίας να φαίνεται πιο αινιγματικό από το συνηθισμένο για τον μέσο σινεφίλ ώστε να βγουν ξεκάθαρα συμπεράσματα, ωστόσο το «Μια Φάρμα στην Πορτογαλία» είναι στην πραγματικότητα αρκετά προσβάσιμο σε επίπεδο νοημάτων. Αρκεί να παρατηρήσει κάποιος προσεκτικά τις συμπεριφορές και να κατανοήσει το υπόβαθρο πίσω από όσα λέγονται.
Η αποστασιοποιημένη ματιά του σεναρίου ενδέχεται να είναι υπερβολικά συγκρατημένη για να προσφέρει δυνατές συγκινήσεις, παρέχει όμως παραπάνω από αρκετή τροφή για σκέψη, ενίοτε και για θέματα που αφορούν εδώ και τώρα την Ευρώπη.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moveitmag.gr
