ΚΟΜΜΕΝΗ ΚΛΩΣΤΗ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Γνωρίζουμε με σχετική ασφάλεια μόνο το μονοπάτι που τελικά επιλέξαμε να διαβούμε. Εκείνο που δεν θα μάθουμε ποτέ είναι πού θα μας οδηγούσε η ζωή αν, σε κάποια από τις αμέτρητες διασταυρώσεις της, είχαμε παρεκκλίνει ελάχιστα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Μια διαφορετική απόφαση, μια μικρή καθυστέρηση, ακόμη και μια φαινομενικά ασήμαντη κίνηση θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει όσα ακολούθησαν. Κι όμως, όλες αυτές οι πιθανές διαδρομές παραμένουν αόρατες, σαν κλωστές που ξεκινούν από το ίδιο σημείο και χάνονται προς άπειρες διαφορετικές κατευθύνσεις.

Μια τέτοια κλωστή πιάνει ο Φρέντι ΜακΝτόναλντ στην Κομμένη Κλωστή του, γράφοντας μάλιστα το σενάριο μαζί με τον πατέρα του, Φρεντ, και την παραδίδει στα χέρια της Μπάρμπαρα, μιας νεαρής μοδίστρας που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό το οικογενειακό ραφείο μετά τον θάνατο της μητέρας της. Μια τυχαία κίνηση την οδηγεί μπροστά στα απομεινάρια μιας αποτυχημένης συναλλαγής ναρκωτικών, δύο τραυματισμένους άντρες, ένα όπλο και έναν χαρτοφύλακα γεμάτο χρήματα. Από εκεί και πέρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνει, αλλά τι θα μπορούσε να κάνει.

Ο ΜακΝτόναλντ δεν επιλέγει μία απάντηση. Τις δοκιμάζει όλες. «Τέλειο έγκλημα», «καλώ την αστυνομία», «φεύγω»: τρεις διαφορετικές εκδοχές ξεκινούν από το ίδιο σημείο, με τα ίδια βασικά πρόσωπα να ακολουθούν κάθε φορά άλλη διαδρομή. Κάθε εκδοχή λειτουργεί σαν ένα καινούργιο cut της ίδιας ιστορίας. Η κλωστή κόβεται, η αφήγηση επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης και ξαναράβεται, αφήνοντας κάθε επιλογή να γεννήσει τις δικές της συνέπειες.

Οι πραγματικές κλωστές βρίσκονται παντού, απλώνονται στον χώρο, στήνουν παγίδες, δένουν ανθρώπους και τους μετατρέπουν στα χέρια της Μπάρμπαρα σε κρεμαστές μαριονέτες. Πίσω τους όμως κινούνται άλλες, αόρατες: οι κλωστές της σύμπτωσης, της επιλογής και της συνέπειας. Κι όσο η ηρωίδα προσπαθεί να ελέγξει τις πρώτες, οι δεύτερες περιπλέκουν διαρκώς το κουβάρι, υπενθυμίζοντάς της ότι καμία επιλογή δεν έρχεται χωρίς το τίμημά της.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται σε ένα εντελώς σουρεαλιστικό περιβάλλον, όπου το παράλογο εισβάλλει διαρκώς στην αφήγηση. Μια υπερήλικη αστυνομικός, ο θείος της Μάργκαρετ και πρωτίστως η καρικατούρα της νύφης, που περιφέρεται σε όλες τις εκδοχές σαν δεσπόζουσα νότα ενός αλλόκοτου πενταγράμμου, συγκροτούν μια μικρή πινακοθήκη εκκεντρικών χαρακτήρων. Στην ίδια παράδοξη συχνότητα κινείται και το βασικό θέμα της μουσικής του Ζακόμπ Ταρντιέν, όπου κυριαρχεί το μουσικό πριόνι, πριονίζοντας όσα μόλις είδαμε για να συναρμολογηθούν ξανά από την αρχή. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Ιβ Κόνολι, που αποδίδει τη Μάργκαρετ με υποδειγματική ακρίβεια σε όλες τις εκδοχές, βρίσκοντας μάλιστα χώρο για έναν απολαυστικό χορό μέσα στο εστιατόριο.

Η σύλληψη είναι ευφυής και η κατασκευή της ταινίας εντυπωσιακή, μόνο που ο ΜακΝτόναλντ κρύβει υπερβολικά καλά τους κανόνες του παιχνιδιού του. Ο θεατής καλείται πρώτα να αντιληφθεί ότι αυτό που παρακολουθεί αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας ιστορίας και ύστερα να εντοπίσει τις μικρές διαφοροποιήσεις που αλλάζουν την πορεία της. Έτσι, αντί να ακολουθεί τις κλωστές, συχνά αναγκάζεται να ψάχνει ποια από όλες πρέπει να πιάσει, με την αφηγηματική ευρηματικότητα να μετατρέπεται σταδιακά σε έναν γρίφο πιο περίπλοκο απ’ όσο χρειάζεται.

Κι όταν όλα μοιάζουν να έχουν δοκιμαστεί, ο ΜακΝτόναλντ επιστρέφει ακόμη πιο πίσω, σε μια λεπτομέρεια τόσο μικρή ώστε αρχικά περνά σχεδόν απαρατήρητη, και ανοίγει μία ακόμη πιθανή διαδρομή. Εκεί βρίσκεται όμως και η πιο γοητευτική ιδέα της Κομμένης Κλωστής. Εκτός, βέβαια, αν κι αυτό που μόλις διαβάσατε είναι μία ακόμη εκδοχή της ιστορίας και κάπου υπάρχει μια διαφορετική κριτική ενός άλλου συναδέλφου που απλώς ακολούθησε άλλη κλωστή. Όλα ανήκουν στη μεγάλη ψευδαίσθηση που ονομάζουμε ζωή.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module