Η απόσταση που χωρίζει τον Κριστόφ Κισλόφσκι από τον Ασγκάρ Φαραντί μετριέται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι δύο δημιουργοί κοιτάζουν τον άνθρωπο. Παίρνοντας ως αφετηρία το έκτο μέρος του Δεκαλόγου, ο Φαραντί ακολουθεί τη δική του διαδρομή, μακριά από τη μοναδική μεταφυσική ματιά του Πολωνού σκηνοθέτη. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, μεταφέρει τον πυρήνα εκείνης της ιστορίας σε έναν κόσμο διαφορετικό, όπου η παρατήρηση, η εμμονή και η ανθρώπινη επιθυμία περνούν μέσα από τον δικό του κοινωνικό ρεαλισμό. Ο χρόνος που χωρίζει τις δύο ταινίες ξεπερνά την απλή ημερολογιακή απόσταση. Έχει αλλάξει τους ανθρώπους, τον τρόπο που παρατηρούν ο ένας τον άλλον και ίσως ακόμη περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουν τις ιστορίες τους.
Από μια σύμπτωση ξεκινά άλλωστε ολόκληρη η διαδρομή. Μια τυχαία συνάντηση στο μετρό φέρνει τον Αντάμ απέναντι στην αδελφή της Σιλβί και γίνεται η πρώτη κίνηση σε μια αλυσίδα γεγονότων που σταδιακά συνδέει ανθρώπους φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους. Ο Φαραντί χρησιμοποιεί αυτή την έντεχνα κατασκευασμένη σύμπτωση ως αφετηρία και στη συνέχεια αφήνει την τυχαιότητα της ζωής να αναλάβει τα υπόλοιπα, θέτοντας τους χαρακτήρες σε μια κυκλική τροχιά όπου η μία ιστορία εισχωρεί διαρκώς στην άλλη, δεμένες μεταξύ τους με ένα αόρατο νήμα.
Στα μαθηματικά οι παράλληλες γραμμές τρέχουν στο άπειρο χωρίς ποτέ να συναντιούνται. Στον κόσμο του Φαραντί συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι ιστορίες των χαρακτήρων κινούνται παράλληλα, διαθέτουν όμως σημεία τομής, άλλοτε φανερά και άλλοτε σχεδόν αδιόρατα. Μια γνωριμία, μια φράση ή ένας ήχος αρκούν για να περάσει κάτι από τη ζωή του ενός στη ζωή του άλλου, δημιουργώντας σταδιακά ένα πλέγμα σχέσεων όπου καμία ιστορία δεν στέκεται πραγματικά μόνη της. Ο τίτλος αποκτά έτσι μια μικρή ειρωνεία: αυτές οι παράλληλες ιστορίες συναντιούνται πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά αφήνουν να φανεί.
Στην κορυφή αυτού του δικτύου βρίσκεται η Σιλβί, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ να της προσφέρει εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν αδιαπέραστη ψυχρότητα που μπορεί να κρύβει πολύ περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες διακλαδίζονται γύρω της σαν πυραμίδα, καθώς εκείνη παρατηρεί, ακούει και τελικά μετατρέπει τις ζωές των άλλων σε υλικό για τη δική της αφήγηση. Την ίδια στιγμή ζει εκούσια αποκλεισμένη μέσα στο σπίτι της, αποφεύγοντας όσο μπορεί την άμεση επαφή με τους ανθρώπους. Η συζήτησή της με την εκδότρια, που υποδύεται η Κατρίν Ντενέβ, αποτυπώνει περίτεχνα αυτή την ιδιότυπη κλειστοφοβία. Μια γυναίκα που αποφεύγει τους ανθρώπους έχει επιλέξει να ζει γράφοντας γι’ αυτούς, παρατηρώντας τη ζωή από ασφαλή απόσταση. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την πυραμίδα κατέχει η σχέση της Σιλβί με τον Αντάμ, που διατηρεί έντονα τα χαρακτηριστικά μιας σχέσης αφέντρας και υπηρέτη. Εκείνη ορίζει τους όρους και κρατά την απόσταση, ενώ εκείνος κινείται γύρω της, εκτελώντας όσα του ζητά και αποκτώντας ταυτόχρονα πρόσβαση σε έναν κόσμο που κανονικά θα παρέμενε κλειστός σε αυτόν.
Κάπου εδώ αρχίζουν να θολώνουν και τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Η Σιλβί παρατηρεί, συλλέγει ανθρώπινες συμπεριφορές και τις μεταφέρει στη γραφή της, όμως όσο η ιστορία προχωρά η κατεύθυνση αυτής της σχέσης γίνεται όλο και πιο αβέβαιη. Είναι η συγγραφή του βιβλίου η αληθινή ιστορία ή μήπως η ίδια η ιστορία είναι αληθινή και το βιβλίο απλώς γεμίζει τα κενά της; Ο Φαραντί αφήνει τις δύο εκδοχές να τροφοδοτούν η μία την άλλη, μέχρι πραγματικότητα και μυθοπλασία να λειτουργούν σχεδόν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Και μαζί γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: σε ποιον ανήκει τελικά μια ιστορία όταν αποτελείται από κομμάτια της ζωής των άλλων;
Ο ήχος αποκτά τη δική του ξεχωριστή θέση μέσα σε αυτό το παιχνίδι παρατήρησης. Ο Πιέρ, ο Κριστόφ και η Νίτα κατασκευάζουν στο στούντιο ήχους που στον κινηματογράφο καλούνται να περάσουν για αληθινοί, δημιουργώντας ακόμη έναν καθρέφτη ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράστασή της. Ανάμεσά τους, τα ανθρώπινα βήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ο φακός του Φαραντί εστιάζει αρκετές φορές στα πόδια των ανθρώπων και στον τρόπο που περπατούν, σαν κάθε βάδισμα να διαθέτει τη μοναδικότητα ενός αποτυπώματος. Ο ήχος των βημάτων μπορεί έτσι να αφηγηθεί κάτι για έναν άνθρωπο πριν ακόμη μιλήσει, μετατρέποντας μια καθημερινή κίνηση σε ένα ακόμη ίχνος της ταυτότητάς του.
Όπως οι ήχοι, έτσι και οι λέξεις ταξιδεύουν από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον, αλλάζοντας κάθε φορά αποδέκτη και αποκτώντας διαφορετικό νόημα. «Οι άνθρωποι ξέρουν πότε θα πεθάνουν, ενώ τα ζώα όχι», λέει κάποια στιγμή η Σιλβί στον Πιέρ, για να επιστρέψει αργότερα η ίδια σκέψη από τον Αντάμ προς τη Νίτα. Οι άνθρωποι του Φαραντί μοιάζουν να δανείζονται ο ένας από τον άλλον φράσεις, ιδέες και επιθυμίες, όπως ακριβώς η Σιλβί δανείζεται τις ζωές τους για τη γραφή της. Η εμμονική προσήλωση του Αντάμ στη Νίτα μετατρέπει σταδιακά την παρατήρηση σε επιθυμία και την επιθυμία σε ανάγκη να εισχωρήσει στη ζωή ενός ανθρώπου που μέχρι τότε μπορούσε μόνο να κοιτάζει από απόσταση.
Η κλιμάκωση έρχεται αργά, σχεδόν αθόρυβα, καθώς ακόμη και οι λιγοστές εκρήξεις ξεσπούν μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αίσθηση έχει το έξοχο βασικό θέμα του Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ από την ταινία του Κισλόφσκι, ο μοναδικός ζωντανός κρίκος με τον κόσμο του Πολωνού δημιουργού. Ακούγεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος και στη συνέχεια εξαφανίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά, αφήνοντας τον Φαραντί μόνο με τους χαρακτήρες, τις φωνές και τους ήχους τους, για να επιστρέψει λίγο πριν από τους τίτλους τέλους. Η απουσία του γίνεται έτσι εξίσου αισθητή με την παρουσία του, σαν οι δύο κινηματογραφικοί κόσμοι να απομακρύνονται για λίγο πριν συναντηθούν ξανά.
Κάπου εκεί βρίσκεται ίσως και το χρυσό σημείο τομής των Παράλληλων Ιστοριών. Στη βάση αυτής της πυραμίδας χαρακτήρων, η μεταφυσική ματιά του Κισλόφσκι συναντά την κοινωνική παρατήρηση του Φαραντί, χωρίς ωστόσο ο ένας κόσμος να προσπαθεί να μιμηθεί τον άλλον. Ο Ιρανός δημιουργός παίρνει μια ιστορία γεννημένη σε έναν διαφορετικό κινηματογραφικό χρόνο και την αφήνει να διακλαδωθεί μέσα στον δικό του, εκεί όπου οι συμπτώσεις, οι εμμονές, οι ήχοι και οι ζωές των ανθρώπων τέμνονται διαρκώς. Και ίσως γι’ αυτό οι παράλληλες γραμμές του Φαραντί καταφέρνουν τελικά αυτό που η γεωμετρία τούς απαγορεύει: να συναντηθούν.
Κώστας Κωνσταντινίδης
