ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ - Νίκος Παλάτος

Συγγραφέας που προσπαθεί να γράψει το νέο της μυθιστόρημα αναζητά έμπνευση παρακολουθώντας τους ενοίκους του απέναντι διαμερίσματος. Η φαντασία της μπλέκει σταδιακά με την πραγματικότητα, συνθήκη που γίνεται ακόμα πιο μπερδεμένη άπαξ της πρόσληψης νεαρού βοηθού, ο οποίος παίρνει την «κατασκοπεία» των γειτόνων πολύ πιο ζεστά.

Η δεύτερη φορά που ο Ιρανός δημιουργός Ασγκάρ Φαραντί απομακρύνεται ολοκληρωτικά από την ασφάλεια της πατρίδας του, έπειτα από το «Το Ξέρουν Όλοι» (το γαλλόφωνο «Το Παρελθόν» μπορεί να είχε προηγηθεί, όμως, παραείχε… Τεχεράνη μέσα), αποδεικνύεται καταστροφική. Το προαναφερθέν ισπανόφωνο δράμα μυστηρίου (;) ήταν σίγουρα προβληματικό σε πολύ σημαντικό βαθμό, παρ’ όλα αυτά διέθετε ένα κάποιο στόρι που περίμενες (έστω) να δεις πως θα εξελιχθεί. Τούτες οι «Παράλληλες Ιστορίες» δεν έχουν ούτε καν αυτό, ενώ από το ξεκίνημα κιόλας αιωρείται η αίσθηση πως πρόκειται για ένα δυσκίνητο και ανιαρό meta-δράμα. Η επιβεβαίωση έρχεται γρήγορα και στο έπακρο, με bonus εξουθένωσης την αδιανόητη διάρκειά του.

Αντλώντας έμπνευση από το «Μικρή Ιστορία για Έναν Έρωτα» (1988) του Κριστόφ Κισλόφσκι (και χρησιμοποιώντας ακόμη και τη μουσική που ο Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ είχε γράψει για το έργο!), ο Φαραντί συστήνει τη Σιλβί, μια εσωστρεφή συγγραφέα σε δημιουργικό τέλμα, η οποία αρχίζει να κατασκοπεύει τους γείτονές της στην απέναντι πολυκατοικία, μήπως και καταφέρει με τον τρόπο αυτό να βρει κάποια καλή ιδέα για να πάρει μπρος. Το τρίγωνο των ενοίκων του υπό «παρακολούθηση» διαμερίσματος αποτελείται από ένα ζευγάρι που εργάζεται στον τομέα του κινηματογραφικού post-production υπό την καθοδήγηση του μεγάλου αδελφού του συζύγου. Η Σιλβί αρχίζει να φαντάζεται τι μπορεί να συμβαίνει ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις, δημιουργώντας στο κεφάλι της αυτό που ο Φαραντί σερβίρει ως «ταινία μέσα στην ταινία». Όταν κατ’ απαίτηση μιας ανιψιάς της προσλαμβάνει έναν άστεγο μετανάστη προκειμένου να τη βοηθήσει με ζητήματα που έχει αφήσει σε εκκρεμότητα και κυρίως με την επικείμενη μετακόμισή της, αυτός γοητεύεται υπέρ του δέοντος από την όλη φάση της «κατασκοπείας», σε σημείο που η γραμμή ανάμεσα στη φαντασία της Σιλβί και τη δική του πραγματικότητα ν’ αρχίσει να θολώνει ακόμη περισσότερο, με τον ίδιο (πια) να βρίσκεται στο επίκεντρο της όλης «θολούρας».

Αν στις ιρανικές του ταινίες ο Φαραντί έθετε κάθε σύγκρουση και κάθε ψέμα υπό καθεστώς αντικατοπτρισμού μιας ολόκληρης κοινωνίας, αντιπαραβάλλοντας το ηθικό με το δίκαιο (ενίοτε δημιουργώντας ένα κλίμα ασφυξίας), στις «Παράλληλες Ιστορίες» ο πολυβραβευμένος auteur παγιδεύεται στη «γοητεία» της παρισινής μπουρζουαζίας. Το γνώριμα ντόπιο κοινωνικό του υπόβαθρο που έστεκε ως η αδιαπραγμάτευτη στέρεα μαγιά των ταινιών του, δίνει εδώ τη θέση του σε μια ψευδοσατιρική πλοκή για την αστική τάξη, η οποία επιχειρεί ν’ αποδομήσει τις νευρώσεις και τα δήθεν προβλήματά της. Η απόπειρά του να στήσει ένα  meta-αφηγηματικό παιχνίδι, όπου η ζωή αντιγράφει την Τέχνη και τούμπαλιν, καταρρέει επειδή ο ίδιος μοιάζει ν’ αδυνατεί να κατανοήσει τους κώδικες της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας, πόσω μάλλον να τους επεξεργαστεί περιπαικτικά (με μικρή εξαίρεση τη σκηνή της σύντομης εμφάνισης της Κατρίν Ντενέβ). Η ηδονοβλεπτική διάθεση του στόρι μπορεί να φέρνει στο μυαλό από Άλφρεντ Χίτσκοκ μέχρι Μίκαελ Χάνεκε, εν τούτοις, στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν γνήσιο δείγμα γραφής του… Φαραντί, αδυνατώντας ν’ απομακρυνθεί από τα σαπουνοπερικά στεγανά που τόσο έχει δείξει πως αγαπά.

Εάν αυτά τα τελευταία επιδείκνυαν (έστω) μια σαφή ειρωνική τάση ή ακόμα και προσπάθεια χλευασμού των «μπελάδων» της λευκής αστικής τάξης, τότε το θέαμα θα μπορούσε να προκύψει ψυχαγωγικό μέσα στον κυνισμό του. Το (πολύ) κακό είναι πως ο Φαραντί καταφεύγει στη φεστιβαλική σοβαροφάνεια, η οποία μετατρέπει την ιστορία ενός τυπικού ερωτικού τριγώνου (με μια κάποια αδιόρατη διάθεση μυστηρίου) σ’ ένα πληκτικό όσο δεν πάει φιλμ, που το μόνο που καταφέρνει είναι να δοκιμάσει τις αντοχές των θεατών του, επιδεικνύοντας μια διάθεση ν’ ανακυκλώνει (στο διηνεκές!) ένα εξαρχής ανώφελο εύρημα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Άψυχο, άνευρο, ανούσιο και, στην τελική, εξαντλητικό σε διάρκεια ευρωπαϊκό art-house, που είτε δηλώνεις φίλος του είδους είτε του σκηνοθέτη του (εγώ δηλώνω το δεύτερο!), μόνο ως φάρμακο για την αϋπνία δύναται να λειτουργήσει! Το καστ είναι εξόχως αβανταδόρικο από πλευράς ονομάτων και ως εκ τούτου ικανό να τραβήξει ετερόκλητο κοινό στις αίθουσες. Οπότε… προσοχή! Όχι διότι πρόκειται για μια κάποια ακατανόητη «βαριά κουλτούρα», αλλά γιατί η ώρα δεν περνά με τίποτα.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

 

Smart Search Module