ΠΑΤΡΙΔΑ - Παναγιώτης Λιάκος

“Wo ich bin, ist Deutschland”

«L'homme n'est rien, l'œuvre tout !» Έτσι έγραφε το Δεκέμβριο του 1875 ο Γκυστάβ Φλομπέρ στη Γεωργία Σάνδη. Και όσο αποφθεγματικά μάς εισάγει και εμάς στο πώς οφείλουμε να παρακολουθήσουμε το αισθητικό φαινόμενο, όπως αναδύεται μέσα από την τέχνη, άλλο τόσο πυροδοτεί τις σκέψεις μας όταν ερχόμαστε σε επαφή με έργα μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου, όπως αναμφίβολα είναι και ο Πάβελ Παβλικόφσκι.

Στην "Πατρίδα", ένα ακόμη κομψοτέχνημά του που δεν ξεπερνάει σε διάρκεια τα 82 λεπτά, ο Παβλικόφσκι παρακολουθεί για ένα μικρό διάστημα της ζωής του έναν έτερο μεγάλο συγγραφέα, της γερμανικής λογοτεχνίας αυτή τη φορά, που δεν είναι άλλος από τον Τόμας Μαν. Έχοντας ένα έργο που περιλαμβάνει από το "Μαγικό Βουνό" και το "Θάνατο στη Βενετία", μέχρι την πατρογονική καταβύθιση στο μνημειώδες "Ο Ιωσήφ και οι Αδερφοί Αυτού", επιστρέφει το 1949 για να βραβευτεί τόσο στη "δυτική" Φρανκφούρτη αλλά και την "ανατολική" Βαϊμάρη. Ποια είναι η πατρίδα στην οποία πραγματικά ανήκει;

Οι απαντήσεις δεν έρχονται εύκολα στην ταινία του Πολωνού σκηνοθέτη, που ολοκληρώνοντας μια άτυπη τριλογία (με προηγούμενα φιλμ τα "Ida" και "Ψυχρός Πόλεμος), διατηρεί ενιαία την ασπρόμαυρη όψη του κάδρου του (με μόνιμο διευθυντή φωτογραφίας των Lukasz Zal) και μία τέτοια λεπτοδουλειά στην εύρεση και του παραμικρού ηθοποιού του στη διαδικασία του κάστινγκ, που δίνει στο τελικό αποτέλεσμα άρωμα επίκαιρων εποχής. Από αυτή την άποψη, η θέση του ως "auteur" ένισχύεται όλο και περισσότερο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει-και να η σύνδεση με τον πρόλογό μας- ότι η κινηματογραφική διαδικασία μετατρέπεται σε έναν εγωμανή αυτοθαυμασμό του προσώπου, απέναντι στη διαδικασία ανάπτυξης του έργου.

Το κάθε άλλο. Είναι διακριτό, πλέον, πως ταινία με την ταινία ο Παβλικόφσκι κατακτάει και το σημαντικότατο παράσημο του story-teller, επίτευγμα μέγιστο εάν αναλογιστεί κανείς ότι στην "Πατρίδα" επιχειρεί μια πνευματική καταβύθιση που συγγενεύει με το σινεμά του Μπέργκμαν. Μόνο που, εάν στις "Άγριες Φράουλες", το σουρεαλιστικό στοιχείο έμπλεκε με το δράμα του ήρωα γύρω από το χρόνο, στην "Πατρίδα" οι έννοιες της ταυτότητας και του φαινομένου της γλώσσας τοποθετούνται στην καρδιά του φιλμ.

Με μία αινιγματική ερμηνεία από τον Χανς Ζίσλερ, η σκηνοθεσία ουσιαστικά ζητάει από τον ηθοποιό να αποδώσει μέσα από τις ανεπαίσθητες αλλαγές στο πρόσωπό του τις προσδοκίες του Μαν, τις ματαιώσεις, την αξία που δίνει στα πράγματα, ή αντίθετα την απαξίωσή του. Πρόκειται για μια ερμηνεία που αποζητά και στο τέλος κορυφώνεται με μία αναπάντεχη, "στα ξαφνικά" κάθαρση. Την ίδια στιγμή, η στοχευμένη μα και τόσο παιδεμένη μελέτη των σεναριογράφων γύρω από την οικογένεια Μαν, δίνει αφενός μία δυνατή ερμηνεία από τον Άουγκουστ Ντιλ ως Κλάους Μαν (κλέβοντας την παράσταση με μόλις μία, και μάλιστα την πρώτη σκηνή!) ενώ ο πιο ομιλητικός και κεντρικός ρόλος, της κόρης Έρικα (σαν έτοιμη από καιρό η Σάντρα Χιούλερ), αναδεικνύει τη δύναμη και συνάμα την ευαλωτότητα μιας γυναίκας που ζει στη σκιά ενός τέτοιου λογοτεχνικού μεγέθους. Και εκεί βλέπουμε ψήγματα από την αριστοτελική αφήγηση να επανέρχονται, μετατοπίσεις εντός της και σκηνές (όπως εκείνη με τον ηθοποιό που ενέπνευσε το "Μεφίστο" του Κλάους Μαν) που θα έπρεπε να διδάσκονται ως προς το πώς "σερβίρουν" την επεξήγηση στο κοινό.

Φορμαλιστικά μιλώντας, η "Πατρίδα" δεν μας εκπλήσσει, το πλαίσιο εντός του οποίου κινείται ο δημιουργός της μάς είναι οικείο. Από άποψη γραφής, πάντως, και σύμπνοιας σκηνοθεσίας και διδασκαλίας των ηθοποιών, ορίστε πώς καταφέρνουν να αναδειχθούν μέσα από την παρακολουθήση λίγων μόνο στιγμών της ζωής ενός πραγματικού προσώπου λογοτεχνικά προσωπεία του, όπως ο Ιακώβ («frei, beweglich und in Bereitschaft») αλλά και εκείνος ο εσώτερος εαυτός του που κραυγάζει: "Wo ich bin, ist Deutschland. Ich trage meine deutsche Kultur in mir.“ ["Όπου είμαι εγώ, εκεί είναι η Γερμανία. Φέρνω τη γερμανική κουλτούρα μου εντός μου"/ New York Times, 22.2.1938).

Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή

Smart Search Module