Ένας Δεινόσαυρος στο Σαλόνι μας
"Ήρθε το τέλος του κόσμου;", αναρωτιούνται λίγο πριν ξεκινήσει το δεύτερο μέρος του Τέλους της Οδού Όουκ, τα έφηβα παιδιά της οικογένειας Πλατ; Αυτή είναι άλλη μία ιδιαίτερη στιγμή στη φιλμογραφία του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ που, ομολογουμένως, αρκετά πριν την γενιά ταινιών "Obsession" και "Backrooms" είχε συνειδητά προσπαθήσει να ιχνηλατήσει τον ψυχολογικό τρόμο, ήδη από το πρώτο φιλμ του, "It Follows" (2014).
Με το Τέλος της Οδού Όουκ, μια ιδανική κατακλείδα για ένα από τα πιο δυνατά καλοκαίρια μπλοκμπάστερ που μπορούμε να θυμηθούμε τα τελευταία χρόνια, ο Μίτσελ επιχειρεί μια επιστροφή στη δεκαετία του 1980, και ένα κοίταγμα στην οικογένεια Πλατ. Ο ειρωνικός τόνος όσον αφορά τις τεταμένες σχέσεις των δύο γονιών (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ και Αν Χάθαγουεϊ) είναι έκδηλος από την εναρκτήρια κιόλας σεκάνς. Αφού η οικογένεια αναδειχθεί σχεδόν παρωδιακά ως το υπόδειγμα της συνοικίας, πίσω από την πλάτη των μεσοαστών Αμερικανών και των μπάρμπεκιου, όλα δείχνουν ότι η Ντενίς και ο Κραιγκ βαίνουν προς τον χωρισμό.
Ποιοι είναι οι λόγοι, τα βαθύτερα αίτια, και οι ελλείψεις του κάθε χαρακτήρα, όλα θα ξεδιπλωθούν σταδιακά με την εξέλιξη του σεναρίου. Είναι οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο το χτίσιμο της ψυχολογίας της Ντενίς και εκείνη η άμεση προσέγγιση του μυαλού μιας συγγραφέως που ασφυκτιά σε ένα περιβάλλον που της αποστραγγίζει τη φαντασία. Η δε σκηνή με την υπέργηρη επιμελήτριά της, γραμμένη με τόση αγάπη, που μόνο ένας συγγραφέας θα μπορούσε να την αποδώσει με αυτούς τους τόνους (η ηθοποιός που αναλαμβάνει το ρόλο, Anne Gee Byrd επιβεβαιώνει περίτρανα πως δεν υπάρχουν μικροί και μεγάλοι ρόλοι στο σινεμά-σαρώνει!)
Οι μικρές λεπτομέρειες κατά την συνέχεια του έργου βεβαιώνουν τον θεατή για μια μεγαλύτερη ανάληψη δράσης που χαρακτηρίζει τη Ντενίς απέναντι στον σύζυγό της (την βλέπουμε να οδηγεί περισσότερο, να μην παραμερίζει το μητρικό της ένστικτο μπροστά στην απειλή) ενώ τα φαλλικά αντικείμενα επιβίωσης και οι μυστηριώδεις εκρήξεις των ζεστών σωλήνων του σπιτιού δίνουν και μια επιπλέον ψυχαναλυτική ανάγνωση στο ζήτημα της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών.
Παράλληλα, σε μια απόλυτη ισορροπία τρόμου επιβίωσης και ψυχολογικού θρίλερ, οι δύο "εαυτοί" του Μίτσελ, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, κινούνται με άνεση ανάμεσα σε δύο ακόμη αντιστικτικούς κόσμους (πέραν του προαστίου και της προϊστορικής κατάστασης με τους δεινοσαύρους), τον μυστικοπαθή, ενοχικό κόσμο των μεγάλων και τον ταραγμένο, περιπετειώδη των παιδιών.
Καθώς αυτή η ανάμιξη των ειδών είναι ούτως ή άλλως παρακινδυνευμένη, ο Μίτσελ ευτυχεί ως προς το υπόλοιπο επιτελείο καλλιτεχνών του. Κυρίως το αναφέρω αυτό ως προς τη μουσική του Μάικλ Τζιακίνο, και τη φωτογραφία του Μάικ Γιουλάκις. Αυτή η τελευταία δίνει στην ταινία μία όψη που σπάνια έχουμε δει σε μπλοκμπάστερ του είδους, συντονιζόμενη απολύτως με τη σκηνογραφία και τα ειδικά εφέ ως προς το πώς παρουσιάζονται αυτά τα προϊστορικά πλάσματα μέσα σε ένα μεσοαστικό σαλόνι, χωρίς να προξενείται ούτε ένα τόσο δα ειρωνικό γελάκι από την πλευρά του θεατή.
Μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι το σπιλμπεργκικό στοιχείο-μεταβαλλόμενο πλέον σε ολόκληρο κινηματογραφικό είδος- διαποτίζει τη ραχοκοκκαλιά του φιλμ, όμως αυτό δεν εμποδίζει το φιλμ να είναι αφενός διασκεδαστικό και αφετέρου εξόχως αριστοτελικό ως προς το εκ νέου πλησίασμα των χαρακτήρων μέσω των αντιξοοτήτων που μέλλεται να τους ενώσουν ξανά σε ένα ενιαίο σύμπλεγμα.
Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή
