Σύνοψη: Ο Χανκ Μαλόουν, ένας διανομέας πολύτιμων αποστολών, έχει στη διάθεσή του μόλις τρεις ώρες για να μεταφέρει ένα όργανο που θα σώσει τη ζωή ενός επτάχρονου κοριτσιού, το οποίο χρειάζεται άμεση μεταμόσχευση.
Άποψη: Η Angel Studios συνεχίζει ακάθεκτη την εισχώρηση του τραμπισμού στην τρέχουσα κινηματογραφική παραγωγή των ΗΠΑ (και την πολιτισμική του εξαγωγή σε τρίτες αγορές βεβαίως), αυτήν τη φορά με μια ταινία δράσης που δεν φείδεται υπονοούμενων κι έμμεσων τοποθετήσεων προς τέρψιν των φίλα προσκείμενων ιδεολογικά στην εν λόγω εταιρεία παραγωγής.
Σε σχέση με το πώς ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του είδους στο οποίο ανήκει, η αναληθοφάνεια περισσεύει, ειδικά στην κορύφωση, κάποιες σκηνές είναι εκβιαστικές με ιδιαίτερα άσχημο τρόπο προκειμένου να βγει σασπένς ή μια έντονη αντίδραση από την πλευρά του θεατή, ενώ και το μοντάζ φαίνεται να έχει επηρεαστεί υπερβολικά από το σινεμά του Matthew Vaughn, εις βάρος μιας πιο προσωπικής ταυτότητας.
Δυστυχώς δεν αξιοποιείται και όσο θα έπρεπε οπτικά το αυστραλιανό φόντο. Σαν κατασκευή ωστόσο, ενώ το μπάτζετ μάλλον δεν είναι πολύ μεγάλο (και αυτό φαίνεται), υπάρχει μια στοιχειώδης φροντίδα που τουλάχιστον τηρεί τα προσχήματα. Οι προσπάθειες για έναν συναισθηματικό πυρήνα όσον αφορά κάποιους χαρακτήρες, πίσω από τις εκρήξεις και τις συμπλοκές, είναι επίσης φιλότιμες.
Καλύτερα ωστόσο στο σάουντρακ να υπήρχαν κάποιες πιο «ψαγμένες» ροκ επιλογές, έστω και οικονομικές, όχι ξενέρωτες διασκευές του «Spirit in the Sky» και του «Kickstart My Heart» επειδή δεν είχε ο «κουμπαράς» αρκετά για να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα για τα πρωτότυπα τραγούδια…
Το σύνολο στηρίζεται πάρα πολύ στην πρωταγωνιστική παρουσία του Alan Ritchson, και όντως, ο ίδιος διαθέτει τον αέρα και την επιβλητικότητα ενός ήρωα δράσης σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα, έχοντας ειδικά μεγάλη σχετική προϋπηρεσία στη μικρή οθόνη μέσω της σειράς «Reacher». Δεν θα ήταν απίθανο να υποθέσει κανείς ότι ο ουσιαστικά ανερχόμενος ηθοποιός θα μπορούσε να καθιερωθεί ως όνομα στο συγκεκριμένο είδος κάποια στιγμή στο μέλλον και στο σινεμά, πέραν της τηλεόρασης (στα σκαριά άλλωστε έχει κάποια projects που κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση).
Το υπόλοιπο καστ είναι μάλλον απογοητευτικό, με τον Owen Wilson ειδικά να κουράζει αρκετά ως κωμική υποστήριξη, μ’ έναν ρόλο που δεν δικαιολογεί την ύπαρξή του σεναριακά.
Σε επίπεδο πολιτικού context, το «3 Ώρες Διορία» δεν είναι εξίσου απεχθές με κάποιες άλλες παρελθοντικές δουλειές της Angel, όπως το «Sound of Freedom: Η Μελωδία της Ελευθερίας» και το «I Was a Stranger», αλλά επί της ουσίας είναι ακόμη μια περιπετειούλα όπως πολλές άλλες σημερινές.
Δεν είναι από τα πιο χορταστικά φετινά δείγματα της κατηγορίας του, ούτε προσφέρει κάτι νέο σε αυτήν. Στα πλαίσια μιας χαλαρής θέασης με λίγες απαιτήσεις μπορεί να «χωνεύεται» ευκολότερα, αλλά λόγω κι εμβέλειας ίσως να είναι πιο ταιριαστή επιλογή για μια οικιακή προβολή.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moveitmag.gr
