ΦΑΚΕΛΟΣ 137 - Νίκος Παλάτος

Παρίσι, Δεκέμβριος 2018. Αξιωματικός του τμήματος εσωτερικών υποθέσεων της γαλλικής Αστυνομίας ερευνά τυχόν ευθύνες συναδέλφων της σε συμβάν σοβαρού τραυματισμού από σφαίρα νεαρού διαδηλωτή, ο οποίος συμμετείχε σε μία από τις μαζικές συγκεντρώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων».

Στην προηγούμενη ταινία του, το «Η Νύχτα της 12ης» (2022), ο Γάλλος σκηνοθέτης Ντομινίκ Μολ καταπιανόταν με ένα έγκλημα ανθρωποκτονίας το οποίο ελλείψει ικανών στοιχείων ήταν καταδικασμένο να μην διαλευκανθεί ποτέ. Με τον «Φάκελο 137» ασχολείται με μία υπόθεση αστυνομικής βίας η οποία σταδιακά μοιάζει να βρίθει τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, σε σημείο που η απόδοση ευθυνών να μοιάζει με παιχνιδάκι. Αν στην πρώτη περίπτωση τον Μολ απασχολούσε η αστυνομική καθημερινότητα υπό το φάσμα της ήττας ένεκα επαγγελματικού αδιεξόδου, σε τούτη αναλογίζεται κάτι το παραπλήσιο, όχι όμως υπό το πρίσμα της υπαρξιακής ματαιότητας μιας κάποιας ντετεκτεβίστικης έρευνας, μα υπό τον φόβο της συστημικής συγκάλυψης και του θεσμικού συμβιβασμού.

Οι δύο ταινίες λειτουργούν σαν τις διαφορετικές όψεις ενός ίδιου νομίσματος, με τη βασική διαφορά τους να έγκειται στο ύφος. Αν η «Νύχτα» υιοθετούσε μια offbeat μελαγχολία που σε κάποιες στιγμές έμοιαζε μέχρι και παράταιρη με τη σοβαρότητα της κατάστασης που είχε να διαχειριστεί, στον «Φάκελο» κυριαρχεί ο κλινικός, γραφειοκρατικός ρεαλισμός. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις προκύπτει ασφυξία, πλην όμως, διαφορετικού τύπου. Στην πρώτη, οι αστυνομικοί πνίγονται υπό το βάρος των προσωπικών τους νευρώσεων και της αδυναμίας τους να προχωρήσουν την έρευνα της υπόθεσης που έχουν αναλάβει. Στη δεύτερη, η δυσφορία εμφανίζεται με γεωμετρική πρόοδο, όταν ένας τυπικός «Φάκελος» παράβασης καθηκόντων αρχίζει να ξεφεύγει σε μονοπάτια που άπτονται της προσωπικής ηθικής και της συνείδησης, ενώ ο φόβος του «κουκουλώματος» παραμονεύει στη γωνία.

Προτάσσοντας έναν κλειστοφοβικό αέρα που θα ταίριαζε σε κάποια «σκοτεινή» ταινία τεκμηρίωσης, ο «Φάκελος 137» ρίχνει όλο του το βάρος στην ενδελεχή έρευνα των αμέτρητων παραθύρων αναζήτησης της αλήθειας, που ανοίγουν στις μέρες μας οι δεκάδες κάμερες οι οποίες βρίσκονται τοποθετημένες στους δρόμους των μεγαλουπόλεων. Οι διάφοροι μάρτυρες που εμφανίζονται, καθώς και οι συνεχείς ανακρίσεις θυτών και θυμάτων, είτε αποκλείουν παραμέτρους είτε ρίχνουν φως στην υπόθεση, πλην όμως, το πρόβλημα που προκύπτει είναι η ανερυθρίαστη διάθεση για διάψευση της καταγεγραμμένης εικόνας, όταν αυτή δεν ταιριάζει με το αφήγημα που επιχειρείται να στηθεί. Το έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει σε περιπτώσεις απρόσκοπτης άσκησης αστυνομικής βίας (από την περίφημη δική μας περίπτωση της… ζαρντινιέρας στη Θεσσαλονίκη, μέχρι τη δολοφονία της Ρενέ Γκουντ από τους πράκτορες της ICE στις αρχές του χρόνου στη Μινεάπολη των ΗΠΑ), με το σχετικό «καμπανάκι» να χτυπά γρήγορα κι εδώ.

Ο Μολ καταγράφει με χαρακτηριστικά ψύχραιμο τρόπο τις δυσκολίες που καλείται να αντιπαρέλθει ένας αστυνομικός ο οποίος ερευνά συναδέλφους του, αποφεύγοντας τις λαϊκίστικες κορώνες που του χαρίζει απλόχερα το θέμα. Κρατά την αφήγηση σε ιδιαίτερα χαμηλούς τόνους, εξετάζοντας τη συνθήκη από κάθε οπτική γωνία, ακόμη κι αν αυτή καταλήγει να θολώνει την επιζητούμενη δικαιοσύνη. Η θέληση της ερευνήτριας Στεφανί Μπερτράν να πετύχει την τιμωρία των κακών συναδέλφων της που βλάπτουν το Σώμα (και κατά συνέπεια την ίδια, σύμφωνα με το σκεπτικό της) μπλέκει με το υπέρμετρο πάθος της, με αποτέλεσμα να είναι αυτή που άθελά της θ’ απλώσει χείρα βοηθείας στο «σύστημα». Το σίγουρο και ισχυρό επαγγελματικό ανάστημα που ορθώνει γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστο και υποχωρητικό, καθώς οι τροχοί μιας «αόρατης» αδικίας αρχίζουν να περιστρέφονται. «Κάνεις καλά τη δουλειά σου, αλλά σε τι ακριβώς χρησιμεύει;», ρωτά σε κάποια στιγμή η μητέρα του θύματος την Στεφανί. Το ερώτημα μοιάζει αρχικά απλό, εν τούτοις, είναι αμείλικτο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η λεπτή γραμμή που χωρίζει την έννομη τάξη από την κρατική αυθαιρεσία υπό τη σκοπιά της προσωπικής ακεραιότητας, όταν αυτή έχει ν’ αντιμετωπίσει έναν θεσμό διεφθαρμένο. Θέμα σταθερά επίκαιρο που αφορά και το ντόπιο κοινό, ειδικά εκείνο που όταν ακούει για… ΕΔΕ κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι. Ενήλικο ευρωπαϊκό σινεμά για κοινό όλων των προτιμήσεων που αποφεύγει τους αχρείαστους εντυπωσιασμούς ή τους νερόβραστους συναισθηματισμούς. Δεύτερο σερί θαυμάσιας ταινίας από τον Ντομινίκ Μολ, ο οποίος ήταν «χαμένος» για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

 

Smart Search Module