Ρατσισμός και πεποίθηση πολιτισμικής ανωτερότητας της Νορβηγικής Πρόνοιας ως αφορμή για ισοπεδωτική κριτική της
Η Νορβηγίδα Λίσμπετ έχει παντρευτεί τον Ρουμάνο Μιχάι- επιπλέον, φέρει το επώνυμό του: άρα, έχουν δώσει εξαρχής δείγμα της διαφορετικότητάς τους στη μικρή Νορβηγική πόλη όπου ο Μιχάι βρήκε δουλειά και μετανάστευσαν από την Ρουμανία. Στην αυστηρά θρησκευόμενη οικογένειά τους (το ζευγάρι είναι Ευαγγελιστές), η μελέτη της Βίβλου και οι προσευχές κατέχουν σημαντικότατη θέση στη διαπαιδαγώγηση των πέντε παιδιών τους- δύο έφηβα που πειθαρχούν αποφεύγοντας να στενοχωρήσουν τούς γονείς τους, δύο μικρότερα κι ένα μωρό- ενώ απαγορεύονται κινητά και internet.
Αν κι ενάντια στην κοσμική κουλτούρα της νορβηγικής κοινωνίας, η υποδοχή τους είναι θερμή. Είναι, επιπλέον, πατριαρχική οικογένεια: η Λίσμπετ αγκαλιάζει τρυφερά την έφηβη κόρη τους πριν την υποχρεώσει ήρεμα να αγκαλιάσει τον πατέρα της ως αναγνώριση ενός λάθους της: εκείνος την αγκαλιάζει τυπικά συγχωρώντας την χωρίς όμως να ανακαλέσει την τιμωρία που της επέβαλε.
Στην έρευνα της Πρόνοιας για τους μώλωπες στο σώμα της έφηβης κόρης του, ο Μιχάι αρνείται ότι την έχει δείρει- απαντώντας ότι περιστασιακά ρίχνει «ξυλιές στον πωπό» ή χαστούκι στα παιδιά ως αναγκαία μέτρα πειθάρχησης, ιδιαίτερα τόσων παιδιών. Ο Μιχάι συμπεριφέρεται όπως μεγάλωσε στην Ρουμανία βάσει συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτισμικών προτύπων που περιγράφει: οι γονείς που έτσι έμαθαν, έτσι πιστεύουν, έτσι κάνουν. Ασφαλώς, οποιοδήποτε χτύπημα σε παιδί είναι καταδικαστέο- όμως, η κοινωνικο-πολιτισμική διαμόρφωση που κουβαλάει ένας γονιός, δεν ακυρώνει κατ’ ανάγκη τη γονεϊκή έγνοιά του: ο Μιχάι και η Λίσμπετ αγαπούν τα παιδιά τους- πληγώνοντάς τα χωρίς να το συνειδητοποιούν, όπως τόσοι γονείς σε όλον τον κόσμο.
Είναι ασυζητητί κακοποιητική η στάση του Μιχάι; Στην Νορβηγία, είναι νομοθετημένη ως παράνομη επισύροντας επιπλέον ποινικές συνέπειες: η Νορβηγική Πρόνοια, αυτόματα, αναπόδεικτα, αποδίδει τους μώλωπες σε πατρικά χτυπήματα (δεν μαθαίνουμε πού οφείλονται- και δεν είναι ζητούμενο), αφαιρεί από τον Μιχάι και την Λίσμπετ την κηδεμονία των παιδιών, ακόμα και του θηλάζοντος μωρού, αναθέτοντάς την σε ανάδοχες- Νορβηγικές…-οικογένειες (η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα του 2015).
– «Δεν πρέπει να αποδείξουν όσα ισχυρίζονται;», θα ρωτήσει ο Μιχάι συμπατριώτες του από θρησκευτικές κι ακροδεξιές ακτιβιστικές ομάδες υπέρ της παραδοσιακής μορφής οικογένειας και κατά του λεγόμενου δικαιωματισμού, έχοντάς τες κινητοποιήσει διαδικτυακά για τη δίκη του.
– «Όχι πριν πάρουν τα παιδιά».
Τα παιδιά απαντούν ότι οι γονείς τους τα χτυπάνε- αξιολογεί, όμως, η Πρόνοια τη δυνατότητα κατανόησής τους, τόσο της διαφοράς των Νορβηγικών ηθών κι εθίμων από τα Ρουμανικά με τα οποία έχουν ανατραφεί όσο και των αποχρώσεων της Αγγλικής γλώσσας όπου μεταφράζονται οι ερωτήσεις (και με την οποία επικοινωνούν στο σχολείο), έχοντας ως μητρική τους γλώσσα την Ρουμανική;
Γίνεται αισθητό ότι ο Μουντζίου απορρίπτει τις συντηρητικές αξίες του Μιχάι και της Λίσμπετ χωρίς, όμως, να απεικονίζει τις συνέπειες της επιβολής τους στα παιδιά. Στέκεται όλο και περισσότερο στην οδύνη τους (της αδύναμης πλευράς αυτής της σύγκρουσης) και, παράλληλα, απαξιώνει το έργο της Νορβηγικής Πρόνοιας- εδώ απεικονίζει λεπτομερώς: η ακραία, άδικη αφαίρεση της κηδεμονία τους είναι αποτέλεσμα της γραφειοκρατικής λειτουργίας της Πρόνοιας (που επεμβαίνει με αιτιολογία περί θρησκευτικής προπαγάνδας όταν η κόρη του Μιχάι στο δημοτικό σχολείο χαρακτηρίζει αφύσικη την ομοφυλοφιλία!…), χωρίς προβληματισμό για τις ψυχικές επιπτώσεις της αποκοπής των παιδιών από το οικογενειακό περιβάλλον- και, με τις έρευνες σε εξέλιξη, θα μπορούσε οι αναθέσεις της κηδεμονίας να αποδειχτούν προσωρινές (από την άλλη πλευρά, δεν μαθαίνουμε αν, επισπεύδοντας αφαιρέσεις κηδεμονίας, η Πρόνοια φοβάται τις συνέπειες μιας καθυστερημένης επέμβασης), με αδιαφορία στην επιθυμία των παιδιών να επιστρέψουν στην οικογενειακή εστία (ενώ χαίρονται που πλέον σερφάρουν ελεύθερα στο internet). Η Νορβηγία έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για υποθέσεις παιδικής προστασίας κι έχει υποχρεωθεί σε αναπροσαρμογή του θεσμικού της πλαισίου, όμως εδώ η Νορβηγική Πρόνοια απεικονίζεται ως δεδομένα γραφειοκρατική και στυγνή- και στο σήμερα, προφανώς- και τα στελέχη της ως στερούμενα ανθρώπινης υπόστασης: η σχεδόν χαιρέκακη ανακοίνωσή τους για την απόφαση αφαίρεσης κηδεμονίας, ο εκβιασμός τους στους δύο γονείς να παραδεχτούν ότι κακοποιούν με αντάλλαγμα την επιστροφή της κηδεμονίας.
Η κριτική του Μουντζίου (όπως τονίζει και στις συνεντεύξεις του) περί δογματισμού και κατάχρησης εξουσίας και των δύο πλευρών είναι, επιεικώς, ανισοβαρής.
Πώς καταλήγει ένας άνθρωπος διαπαιδαγωγημένος δημοκρατικά, με ενσυναίσθηση για τα δικαιώματα των παιδιών, να συμπεριφέρεται μηχανιστικά, σαν γρανάζι; Στην ταινία, στις αποφάσεις της Νορβηγικής Πρόνοιας υφέρπει πολιτισμική μισαλλοδοξία, πεποίθηση ανωτερότητας έναντι των θρησκευόμενων, αλλοεθνών, οικονομικών μεταναστών από τον Νότο- προφανώς, ούτε στην Νορβηγία έχουν εξαλειφθεί οι ρατσιστικές ιδέες: ο Μιχάι με την Λίσμπετ ουσιαστικά διώκονται για τη διαφορετικότητά τους (στον Νορβηγικό Τύπο του 2015, διαβάζουμε για διαδηλώσεις διεθνώς και στην Νορβηγία λόγω «αμφιλεγόμενων πρακτικών» της Πρόνοιας, για κατηγορίες ότι δεν αναζητούσε ανάδοχες οικογένειες με ίδια γλώσσα, πολιτισμό και θρησκεία των παιδιών, για επισημάνσεις ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών για σοβαρές συνέπειες λαθεμένων αξιολογήσεων παρά τις πολλές σωστές παρεμβάσεις της).
Αντίθετα, η Πρόνοια δεν διερευνά το ενδεχόμενο κακοποίησης μιας έφηβης από τον Νορβηγό πατέρα της η οποία κόβει τους καρπούς της (ποια είναι, άραγε, η διαδικασία λήψης των αποφάσεών της;)- και δεν εξηγείται η γονεϊκή ευθύνη στη συμπεριφορά της, το συγκεκριμένο περιστατικό χρησιμοποιείται μόνο ως σεναριακό αντίβαρο ισόποσης κριτικής. «Δεν είχαν κομμουνισμό οι Νορβηγοί ώστε να ξέρουν τι είναι κατάχρηση εξουσίας», λέει ο Μιχάι καυστικά- αλλά ξεκάρφωτα, άνευ δραματουργικού λόγου και αιτίας.
Πού πρέπει να τελειώνει ο σεβασμός των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων μιας μειονότητας και πού αυτές γίνονται αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Γιατί η συμπεριληπτικότητα των φιλελεύθερων δημοκρατιών αρκείται αυτοθαυμαστικά στην (πάντα εύθραυστη) ανοχή, στρεφόμενες ενάντια στο πολιτισμικά διαφορετικό χωρίς να ανοίγονται σε διάλογο μαζί του;
Επίκαιρη ταινία που προκαλεί δύσκολες συζητήσεις- και προβληματισμό αν συνειδητοποιούμε τους προσωπικούς φονταμενταλισμούς επιθυμώντας επιβολή των αξιών μας ακόμα κι αν συνεπάγονται κατάλυση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυστηρός ρεαλισμός, αποφυγή κοντινών πλάνων στα πρόσωπα και δραματοποίησης των καταστάσεων, συγκρατημένες ερμηνείες, μεγάλο βάθος πεδίου με απόσταση από τα τεκταινόμενα προτρέποντας στην ψύχραιμη παρατήρηση. Το ψυχρό, αδύναμο Σκανδιναβικό φως θαρρείς αντικατοπτρίζει κρυμμένες υποκρισίες και ρατσισμό αυτών των κοινωνιών, οι απειλητικές χιονοστιβάδες χρησιμοποιούνται μεταφορικά, ειρωνικά για την αλαζονεία των ανθρώπων σ’ ένα επικίνδυνο φυσικό περιβάλλον που τους υπερβαίνει. Και, είναι αισιόδοξη η απεικόνιση της φυσικής δίψας των νέων για αγάπη κι απόρριψη κάθε φανατικής περιχαράκωσης.
Όμως… μένει εκτός κάδρου η οπτική των παιδιών, των θυμάτων κάθε ενήλικου δογματισμού πάνω στο τραύμα της διαπαιδαγώγησής τους, η διάρκεια είναι μεγάλη (αποκορύφωμα η μακρόσυρτη σκηνή στο δικαστήριο όπου, έκπληκτοι, ακούμε, μεταξύ άλλων, ότι άτεκνες υπάλληλοι της Πρόνοιας στερούνται ικανοτήτων να αποφασίζουν με γνώμονα το καλό των παιδιών, λες και κανένας γονιός δεν κάνει ποτέ κακό στο παιδί του- και στην ταινία, υπερτονίζονται ο φροντιστικός κι ο μαχητικός χαρακτήρας των δύο μητέρων, που δεν εργάζονται στην Πρόνοια…), σχηματικοί χαρακτήρες (όπως οι αβασάνιστες διαρκείς μεταστροφές του συμπεριληπτικού Νορβηγού φίλου των Μιχάι και Λίσμπετ), τα μηνύματα επαναλαμβάνονται και υπέρ-εξηγούνται, οι δευτερεύουσες ιστορίες αποδυναμώνουν την πλοκή, η ταινία εξελίσσεται περισσότερο υποτονικά παρά εσωτερικά. Αναγκαία ταινία αλλά με αδυναμίες.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
