ΦΙΟΡΔ - Στράτος Κερσανίδης

 

Ο δογματισμός της πολιτικής ορθότητας

Ο ρουμάνος Μιχάι Γκεοργκίου εγκαθίσταται μαζί με τη νορβηγίδα σύζυγό του Λίζμπετ και τα πέντε παιδιά τους σε μια απομακρυσμένη κωμόπολη στη Νορβηγία σε ένα φιόρδ. Πιστοί πεντηκοστιανοί ακολουθούν πιστά τους αυστηρούς κανόνες του δόγματός τους αυτοί και τα παιδιά τους. Από την πρώτη στιγμή γίνονται αποδεκτοί χωρίς προβλήματα στην τοπική κοινωνία και πιάνουν δουλειά. Ο μεν Μιχάι ως μηχανικός λογισμικού στο σχολείο η δε Λίζμπετ ως νοσοκόμα.

Πολύ σύντομα τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, η Έλια και ο Εμ, θα αποκτήσουν στενή σχέση με τη Νούρα, κόρη του Γιάκομπσεν διευθυντή του σχολείου και της δικηγόρου γυναίκας του Μία. Όταν μια μέρα η γυμνάστρια του σχολείου παρατηρήσει κάποιους μώλωπες στο σώμα της Έλια, υποψιάζεται ότι το κορίτσι κακοποιήθηκε και ειδοποιεί  την κοινωνική υπηρεσία. Χωρίς να χάσουν χρόνο οι αρχές, απομακρύνουν τα παιδιά από τους γονείς τους και τα δίνουν σε ανάδοχες οικογένειες. Η υπόθεση οδηγείται στη δικαιοσύνη όπου η Μία αναλαμβάνει συνήγορος των Γκεοργκίου ενώ ο σύζυγός της, θεσμικά, βρίσκεται από την άλλη πλευρά.

Έχοντας πάρει την ιδέα από μια σειρά παρόμοιων υποθέσεων και κυρίως στην υπόθεση μια οικογένειας ρουμάνων στη Νορβηγία, ο Κριστιάν Μουντζίου αφηγείται τη δική του εκδοχή μέσα από την ταινία «Φιόρδ» (Fjord) που του χάρισε για δεύτερη φορά τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών μετά το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες» το 2007.

Σκηνοθέτης που του αρέσει να καταπιάνεται με τα δύσκολα ο Μουντζίου, αποφασίζει να προσεγγίσει το θέμα του κυρίως μέσα από τις εγγενείς αντιφάσεις του, όπως αυτές προκύπτουν από έννοιες όπως δικαίωμα, ελευθερία, ανεξιθρησκία, πίστη, οικογένεια. Έννοιες που το περιεχόμενό τους μπορεί να εκλαμβάνεται και με μεταφράζεται διαφορετικά ανάλογα με τον τόπο, το χρόνο, το πολιτισμικό περιβάλλον.

Στο «Φιόρδ» συγκρούονται αφενός οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι παραδόσεις της μιας πλευράς με τις φιλελεύθερες αρχές και την κοινωνική πρόνοια για τα παιδιά της άλλης. Κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται εύκολη η επιλογή εκ μέρους μας της μιας ή της άλλης πλευράς (μάλλον της δεύτερης) ο Μουντζίου ξετυλίγει τις αντιλήψεις των μεν και των δε, ξεδιπλώνει τις αντιφάσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς και αποδεικνύει ότι η επιλογή δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη!

Η οικογένεια Γκεοργκίου έχει στο δικό της θρησκευτικό σύστημα αξιών. Προσεύχονται μελετούν την Αγία Γραφή, δίνουν στα παιδιά τους αυστηρή χριστιανική ανατροφή και ζουν έναν πειθαρχημένο τρόπο ζωής.

Στον αντίποδα η νορβηγική κοινωνική υπηρεσία αποφασίζει να παρέμβει αυτεπάγγελτα και να απομακρύνει τα παιδιά από τους γονείς χωρίς καν να τους έχει προειδοποιήσει. Θεωρεί ως δεδομένη την κακοποίηση και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των Γκεοργκίου χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα εναντίον τους. Κι όταν αρχίζει η δίκη τότε αρχίζουν να αποκαλύπτονται οι κοινωνικές αντιφάσεις και οι αδυναμίες και των δύο πλευρών. Τόσο της παραδοσιακής θρησκευτικής όσο και της προσηλωμένης στους νομικούς κανόνες και τους κοινωνικούς θεσμούς.

Ο Κριατιάν Μουντζίου για μια ακόμη φορά βάζει στο στόχαστρό του τη θρησκοληψία, που έχει αναπτυχθεί πολύ στην μετα-τσαουσεσκική Ρουμανία. Το ίδιο θέμα τον είχε απασχολήσει και σε προηγούμενες ταινίες του κυρίως το «Πίσω από τους λόφους» (2012) και δευτερευόντως το «R.M.N.» (2022). Μια θρησκοληψία που μεταφέρεται και στις χώρες μετανάστευσης μαζί με την πολιτιστική παράδοση και που επικαλείται ο Μιχάι στη δίκη. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα: από ποιο σημείο και μετά παραβιάζεται η θρησκευτική και πολιτισμική ελευθερία των Γκεοργκίου από το νορβηγικό νόμο;

Κι από την άλλη πλευρά έχουμε τη νορβηγική νομοθεσία που προασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα… καταπατώντας κάποια άλλα. Που θεωρεί ως δεδομένο το γεγονός της κακοποίησης αν και δεν έχει αποδειχτεί από πουθενά. Που θεωρεί κακοποίηση αυτό που που Μιχάι αποκαλεί «χτυπηματάκι στον ποπό».

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα αντιφατικών και αλληλοσυγκρουόμενων θέσεων, απόψεων, αξιών δυο κόσμοι έρχονται αντιμέτωποι. Που προσπαθεί να τους φέρει κοντά η δυνατή φιλία των δύο κοριτσιών, της Έλια και της Νούρα. Αλλά και η απόφαση της Μία να υποστηρίξει στο δικαστήριο τους Γκεοργκίου.

Υπάρχει άραγε από την πλευρά της νορβηγικής κοινωνικής υπηρεσίας προκατάληψη έναντι των άλλων; Των διαφορετικών; Θα έλεγα πως ναι, έστω και ακουσίως, γιατί η επιμονή της αγγίζει τα όρια του δογματισμού. Βέβαια υπάρχει και ο θρησκευτικός δογματισμός της άλλης πλευράς. Μοιάζει με σύγκρουση της πολιτικής ορθότητας με τον μεταφυσικό ανορθολογισμό, αλλά ούτε αυτήν η άποψη μοιάζει επαρκής.

Τελικά τι συμβαίνει; Τι θέλει να μας πει ο Μουντζίου; Μήπως ότι πρέπει να δούμε και ακούσουμε πιο καθαρά τον «άλλον»; Και αναφέρομαι και στις δύο πλευρές. Ότι για να αποκτήσουν νόημα λέξεις όπως ελευθερία, δικαιώματα, δημοκρατία, οικογένεια πρέπει πάνω απ’ όλα να αναπτυχθεί, να κατανοηθεί και να κατακτηθεί η έννοια της ανεκτικότητας.

Ο ρουμάνος σκηνοθέτης δεν δίνει απαντήσεις, δεν παίρνει θέση. Αφήνει τα ερωτήματα να πλανώνται, δημιουργεί έναν περίκλειστο κόσμο όπου οι απαντήσεις αδυνατούν να εισχωρήσουν. Κι ο κόσμος αυτός είναι ο κόσμος της κάθε πλευρά, που ιδανικά συμβολίζεται από το κλειστοφοβικό σχεδόν φυσικό περιβάλλον του φιορδ που περικλείεται από αδιαπέραστα βουνά.

Το ανοιχτό φινάλε, με την Νούρα να τρέχει πίσω από το φεριμπόουτ και να… περπατάει για λίγο στο νερό, μας υπενθυμίζει αυτό που είχε πει νωρίτερα η Έλια. Ότι μπορείς να το κάνεις αν πιστέψεις. Όμως τι είναι αυτό που πίστεψε -αν πίστεψε τελικά- η κόρη του Γιάκομπσεν; Μήπως η δυνατή φιλία που ξεπερνά πολιτισμικές διαφορές και κοσμοθεωρίες; Αλλά στ’ αλήθεια περπατά στο νερό ή μήπως υπάρχει κάτι κάτω από τη επιφάνεια της θάλασσας επάνω στο οποίο πατά; Δεν ξέρω, το σίγουρο είναι ότι ξεκάθαρη απάντηση δεν δίδεται όπως και τίποτα δεν είναι βέβαιο ότι έχει συμβεί όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι χαρακτήρες. Ο Μιχάι Γκεοργκίου δεν είναι ένας άξεστος αγροίκος. Αντίθετα είναι ένας μορφωμένος (είναι μηχανικός αεροναυπηγικής), ήρεμος, ευγενής και προσηνής άνθρωπος. Η Λίζμπετ Γκεοργκίου είναι δοτική, φιλική και το έχει αποδείξει όταν βούτηξε στο νερό για να σώσει τον πατέρα της Μία. Ως Νορβηγίδα που γνωρίζει πως λειτουργεί το κράτος της προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ αυτού και της οικογένειάς της.

Ο Γιάκομπσεν ενώ δέχεται σχεδόν με ενθουσιασμό τον Μιχάι στην κοινότητα και στο σχολείο, όταν ξεσπά το σκάνδαλο απομακρύνεται και τάσσεται με το μέρος του νορβηγικού νόμου. Η Μία από την πλευρά της αμφιταλαντεύεται καθώς η Λίζμπετ την έχει βοηθήσει πολύ με τον κατάκοιτο πατέρα της αλλά και επειδή βλέπει τη δυνατή φιλία που δένει την κόρη της Νούρα με την Έλια. Όσο για τα δυο κορίτσια, η φιλία τους φαίνεται γκρεμίζει τα τείχη των μεγάλων να είναι υπεράνω πολιτιστικών, θρησκευτικών διαφορών.

Ο Κριστιάν Μουντζίου σκηνοθετεί με νηφαλιότητα ένα ρεαλιστικό κοινωνικό θρίλερ. Μια ταινία γεμάτη ηθικά διλήμματα μπροστά στα οποία οδηγούνται οι θεατές. Θεατές που αμφιταλαντεύονται πότε προς τη μια πότε προς την άλλη πλευρά. Γιατί είναι σαφές ότι δεν επικροτούμε την παιδική κακοποίηση που όμως στην ταινία δεν αποδεικνύεται ότι συμβαίνει. Μάλιστα τα παιδιά των Γκεοργκίου θέλουν να επιστρέψουν στους γονείς τους και δεν τα ακούμε ούτε στιγμή να ομολογούν ότι έχουν πέσει θύματα κακοποίησης.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια μεγάλη παρεξήγηση; Ή μήπως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές των γεγονότων; Κάτι, δηλαδή, σαν το μισοάδειο και το μισογεμάτο ποτήρι;

Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com

Smart Search Module