ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Πριν ακόμη οι δύο κόσμοι συγκρουστούν, ο Ρικάρντο Μιλάνι φροντίζει να τους συστήσει χωριστά, αφήνοντας τον φακό του να περάσει από τη μία οικογένεια στην άλλη και να καταγράψει όσα τις ενώνουν αλλά κυρίως όσα τις χωρίζουν. Ίδιες οικογενειακές στιγμές, διαφορετικοί χώροι, διαφορετικές συνήθειες και μια ταξική διαφορά που ο Μιλάνι αφήνει να αποτυπωθεί ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο οι δύο οικογένειες υποδέχονται την αλλαγή του χρόνου. Τα πυροτεχνήματα φωτίζουν τον ίδιο ουρανό, αλλά το μέγεθος και η λάμψη τους προδίδουν δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Και στο σημείο τομής αυτών των δύο κόσμων βρίσκεται ένα κομμάτι γης στη Σαρδηνία, που ο ένας θεωρεί οικογενειακή κληρονομιά και ο άλλος μια εξαιρετική επενδυτική ευκαιρία.

Ο Εφίζιο, όμως, αντιμετωπίζει αυτή τη γη με μια εντελώς διαφορετική μονάδα μέτρησης. Είναι το οικογενειακό του κειμήλιο, η γη του «προ-προ-προ...πάππου» του, όπως χαρακτηριστικά επιμένει να την περιγράφει, και απέναντι στις συνεχώς αυξανόμενες προσφορές αντιτάσσει ένα πείσμα βαθιά σαρδηνιακό. Τα ποσά διογκώνονται μέχρι τα όρια του φανταστικού, σαν κάθε καινούργιο μηδενικό να δοκιμάζει πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει το «όχι» του. Μόνο που για τον ίδιο το ζήτημα ξεπερνά το χρήμα και, όπως επιμένει, ακόμη και την ταξική του διάσταση. Θα πουλούσε σε Σαρδηνούς, λέει, αλλά όχι στους Μιλανέζους, «για να μη νομίζουν ότι τους λέμε πάντα και σε όλα ναι». Και όταν αναρωτιέται γιατί η παραλία παραμένει ακόμη τόσο όμορφη, η απάντησή του συμπυκνώνει ολόκληρη τη στάση του: επειδή ανήκει σε όλους. Ένας άνθρωπος αρνείται έτσι να πουλήσει αυτό που είναι δικό του, ακριβώς για να προστατεύσει εκείνο που θεωρεί ότι ανήκει σε όλους.

Και όσο το «όχι» παραμένει όρθιο, τόσο μεγαλώνει και ο μηχανισμός που επιχειρεί να το μετατρέψει σε «ναι». Οι κάτοικοι επιστρατεύονται με το επιχείρημα των θέσεων εργασίας, η οικογένεια δέχεται την πίεση, οι κλητήρες φέρνουν πλέον μαζί τους τη δύναμη των θεσμών και ακόμη και η Καθολική Εκκλησία συμμετέχει στον ηθικό εκβιασμό. Απέναντι σε έναν ηλικιωμένο Σαρδηνό βοσκό, λοιπόν, παρατάσσονται σταδιακά χρήμα, κοινότητα, εξουσία και Εκκλησία, αποκαλύπτοντας τα παιχνίδια και τα τεχνάσματα που διαθέτει η δύναμη όταν ο αδύναμος επιμένει να αντιστέκεται. Και όταν η κόρη του Εφίζιο ξεσπά απέναντι στους κλητήρες μιλώντας για το «σκότωμα» της γης με τσιμέντο, η ανάπτυξη παύει για μια στιγμή να αποτελεί οικονομικό όρο και αποκτά μια πολύ διαφορετική σημασία για εκείνους που καλούνται να την παραδώσουν.

Ο Μιλάνι, βέβαια, κρατά τον φακό του εμφανώς πιο κοντά στον Εφίζιο, χωρίς όμως η απέναντι πλευρά να στερείται επιχειρημάτων. Μια μεγάλη επένδυση σημαίνει δουλειές και οικονομική προοπτική για μια κοινότητα που τις χρειάζεται. Κι εδώ βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα της ταινίας: έχει ένας άνθρωπος το ηθικό δικαίωμα, υπερασπιζόμενος απολύτως νόμιμα τη γη του, να καθορίζει ταυτόχρονα το οικονομικό μέλλον μιας ολόκληρης κοινότητας; Και από την άλλη, έχει μια κοινότητα το δικαίωμα να απαιτεί από εκείνον να θυσιάσει τον τόπο, τη μνήμη και τον τρόπο ζωής του επειδή η δική της ανάγκη για εργασία είναι μεγαλύτερη; Ο Μιλάνι μπορεί να έχει ήδη διαλέξει προς ποια πλευρά γέρνει, αφήνει όμως αρκετό χώρο ώστε το ερώτημα να παραμένει ζωντανό.

Μεγάλο μέρος αυτής της αλήθειας περνά μέσα από τον Τζουζέπε Ινιάτσιο Λόι, έναν πραγματικό πρώην βοσκό και όχι επαγγελματία ηθοποιό. Δίπλα σε έμπειρους ερμηνευτές, η παρουσία του αποκτά μια σχεδόν αφοπλιστική φυσικότητα. Οι επαγγελματίες παίζουν τους χαρακτήρες τους, αλλά ο Λόι μοιάζει απλώς να κατοικεί τον δικό του. Ο Μιλάνι το αντιλαμβάνεται και του παραχωρεί χώρο, επιτρέποντας στο πείσμα, στο χιούμορ και στην αξιοπρέπεια του Εφίζιο να αναδυθούν με φυσικότητα, χωρίς περιττή ερμηνευτική επίδειξη.

Και επειδή το Έτσι Είναι η Ζωή παραμένει πάνω απ’ όλα μια ιταλική κομεντί, η ανατροπή βρίσκει τελικά τον δρόμο της μέσα από τις κοινωνικές αντιθέσεις που η ίδια η ιστορία έχει αναπτύξει. Ο Μιλάνι μπορεί να απλοποιεί ορισμένες φορές μια σύγκρουση πολύ πιο σύνθετη από όσο επιτρέπει ο τόνος της ταινίας του, καταφέρνει όμως να διατηρήσει τη ζεστασιά, το χιούμορ και κυρίως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο κέντρο της. Γιατί πίσω από τα εκατομμύρια, τις επενδύσεις και τις υποσχέσεις ανάπτυξης παραμένει τελικά ένα πολύ απλό ερώτημα: πόσο αξίζει ένα κομμάτι γης όταν για τον άνθρωπο που αρνείται να το πουλήσει η αξία του βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν έχει τιμή;

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module