ΠΙΝΟΚΙΟ: ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΟΣ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Υπάρχουν ταινίες τρόμου κακές κατασκευαστικά που πίσω από τις αδυναμίες τους καταφέρνουν να διατηρήσουν ένα θετικό πρόσημο σε όσα έχουν να πουν, και υπάρχουν κινηματογραφικά κομψοτεχνήματα που χρησιμοποιούν την αρτιότητά τους για να καταπατήσουν κάθε όριο ηθικής στην υπηρεσία του τρόμου. Κάπου ανάμεσα βρίσκεται ο Πινόκιο Ξεκούρδιστος του Ρις Φρέικ-Γουότερφιλντ, που παίρνει έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ήρωες της παιδικής λογοτεχνίας και μετατρέπει την αθωότητά του σε όχημα μιας καθαρόαιμης gore ταινίας τρόμου. Το ζήτημα ασφαλώς δεν είναι αν επιτρέπεται να ανατρέψεις μια παιδική μνήμη, αλλά το τι και το πως αποφασίζεις να δημιουργήσεις στη θέση της.

Γιατί ο Πινόκιο του Κάρλο Κολόντι κουβαλά ήδη έναν ολόκληρο κόσμο από έννοιες που ξεπερνούν κατά πολύ τη μύτη του που μεγαλώνει κάθε φορά που λέει ψέματα. Μοναξιά, διαφορετικότητα, αγάπη, επικοινωνία, προστασία και τελικά η ανάγκη ενός πλάσματος να γίνει αποδεκτό σε έναν κόσμο στον οποίο αισθάνεται ξένο. Όλα αυτά προσφέρουν στον Φρέικ-Γουότερφιλντ ένα εξαιρετικά πλούσιο υλικό προς ανατροπή, αφού ακόμη και η μεταμόρφωση ενός αθώου ξύλινου παιδιού σε δολοφονική παρουσία θα μπορούσε να αποκτήσει τη δική της σκοτεινή λογική. Το ζήτημα τελικά βρίσκεται στον δρόμο που αποφασίζεις να οδηγήσεις τον ήρωα που επέλεξες.

Κατασκευαστικά, πάντως, ο Πινόκιο Ξεκούρδιστος δύσκολα μπορεί να κατηγορηθεί για προχειρότητα. Ο σκηνικός χώρος υπηρετεί με συνέπεια τη σκοτεινή παραλλαγή του παραμυθιού, τα πρακτικά εφέ λειτουργούν πειστικά και κυρίως η αναλογία ανάμεσα στον κατασκευασμένο Πινόκιο και τους πραγματικούς ανθρώπους αποφεύγει την αίσθηση δύο διαφορετικών κόσμων που απλώς συναντιούνται στο ίδιο κάδρο. Ακόμη και μέσα στην υπερβολή του, το φιλμ διαθέτει σαφή αισθητική κατεύθυνση, την οποία όμως ο Φρέικ-Γουότερφιλντ επιλέγει σταδιακά να υποτάξει στους κανόνες του gore.

Οι φόνοι, η βιαιότητα και το αίμα πολλαπλασιάζονται, μέχρι ο εντυπωσιασμός να γίνει αυτοσκοπός, χωρίς η ίδια ένταση να περνά στην αφήγηση ή να προσθέτει κάτι ουσιαστικό στη σκοτεινή μετάλλαξη του ήρωα. Ο Ρίτσαρντ Μπρέικ, από την πλευρά του, φορτώνει τον Τζεπέτο με μια ερμηνευτική ένταση δυσανάλογη προς τον κόσμο που τον περιβάλλει, σαν να επιχειρεί να προσδώσει δραματική υπόσταση σε μια ταινία που οδηγεί τους χαρακτήρες της με μαθηματική ακρίβεια από τη μία αιματηρή κορύφωση στην επόμενη. Κάπως έτσι, η φρίκη παύει σταδιακά να υπηρετεί την αφήγηση και μετατρέπεται σε έναν διαρκή κινηματογραφικό εκβιασμό του θεατή. Και όσο περισσότερο το κόκκινο καταλαμβάνει την οθόνη, τόσο περισσότερο επιστρέφει ένα απλό ερώτημα: προς τι όλο αυτό; Πολύ αίμα για το τίποτα.

Το βέβαιο είναι ότι η ανατροπή μιας παιδικής μνήμης μπορεί να αποτελέσει συναρπαστικό κινηματογραφικό παιχνίδι και κάθε λογοτεχνικός ήρωας δικαιούται να ξεφύγει από την πιστή αναπαραγωγή και την προστασία πίσω από το τζάμι της παιδικής μας ηλικίας. Η καταπάτησή της όμως αποκτά νόημα όταν πάνω στα συντρίμμια γεννιέται κάτι που δικαιολογεί την καταστροφή. Το πρόβλημα λοιπόν με τον Πινόκιο Ξεκούρδιστο βρίσκεται λιγότερο στη βιαιότητα με την οποία ο Φρέικ-Γουότερφιλντ λερώνει μια παιδική μας μνήμη και περισσότερο σε όσα αφήνει στη θέση της, όταν το μακελειό τελειώσει και το αίμα στεγνώσει και ξεθωριάσει.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module