Πανδημίες, άδειοι δρόμοι, ελάχιστοι επιζώντες και άνθρωποι που αλληλοσκοτώνονται για όσα απέμειναν. Τα έχουμε δει εκατό φορές στον κινηματογράφο και ο μεταποκαλυπτικός κόσμος του Αστερισμού του Σκύλου δύσκολα διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Ίσως όμως ο Ρίντλεϊ Σκοτ να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να πρωτοτυπήσει ως προς την Αποκάλυψη. Τη χρησιμοποιεί περισσότερο ως διαδικασία αφαίρεσης. Βγάζει από τον άνθρωπο κοινωνία, εργασία, χρήμα, καθημερινότητα, φιλοδοξία, κατανάλωση και τον αφήνει σχεδόν γυμνό απέναντι σε ένα πολύ απλούστερο ερώτημα: όταν χάσεις όλα όσα γέμιζαν τη ζωή σου, τι απομένει που να την κάνει ακόμη ζωή;
Ο Χιγκ και ο Μπάνγκλεϊ μοιάζουν να δίνουν δύο διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα. Ο δεύτερος έχει προσαρμοστεί σχεδόν απόλυτα στους κανόνες του καινούργιου κόσμου. Όπλα, άμυνα, περίμετρος, καχυποψία και κάθε άγνωστος άνθρωπος ως ενδεχόμενη απειλή. Γνωρίζει πώς να παραμένει ζωντανός. Ο Χιγκ, αντίθετα, εξακολουθεί να αναζητά έναν λόγο για να παραμένει ζωντανός. Έχει χάσει τη γυναίκα του και μαζί της έναν ολόκληρο κόσμο που εξακολουθεί να επιβιώνει μέσα στη μνήμη του, αρνείται όμως να περιορίσει την ύπαρξη στην απλή επιβίωση. Η ανάγκη για επικοινωνία και τελικά για έναν άλλον άνθρωπο παραμένει ισχυρότερη από την ασφάλεια που προσφέρει η απομόνωση.
Ένας από τους τελευταίους δεσμούς του Χιγκ με όσα χάθηκαν είναι ο Τζάσπερ. Ο σκύλος αποτελεί κάτι περισσότερο από σύντροφο επιβίωσης ή έναν εύκολο συναισθηματικό μηχανισμό. Είναι μια σχέση που παραμένει ζωντανή χωρίς όρους και εξηγήσεις, διατηρώντας κάτι από την αίσθηση μιας ζωής που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητη: αγάπη, αφοσίωση, συντροφικότητα και την ανάγκη να νοιάζεσαι για κάποιον πέρα από τον εαυτό σου.
Ο Σκοτ τοποθετεί αυτή την ανθρώπινη αναζήτηση μέσα σε έναν κόσμο που έχει αποκτήσει μια παράξενη ομορφιά μετά την εξαφάνιση σχεδόν ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η φύση ξανακερδίζει σταδιακά τον χώρο της, οι άδειες εκτάσεις απλώνονται μπροστά στον φακό και ο μεταποκαλυπτικός εφιάλτης αποκτά στιγμές σχεδόν γαλήνιας μελαγχολίας. Προκύπτει έτσι μια παράδοξη αντίθεση: ο κόσμος έχει γίνει τρομακτικότερος για τον άνθρωπο και ταυτόχρονα μοιάζει ομορφότερος χωρίς αυτόν. Η καταστροφή βρίσκεται παντού, αλλά ο Σκοτ αποφεύγει να τη μετατρέψει αποκλειστικά σε θέαμα. Περισσότερο τον ενδιαφέρει ο απόηχος που άφησε πίσω της.
Αναπόφευκτα, λοιπόν, δημιουργείται ένας διπολικός άξονας ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Κάτω βρίσκεται η καθημερινότητα της επιβίωσης, η περίμετρος που πρέπει να προστατευτεί, τα όπλα, η επαγρύπνηση και ο φόβος για όποιον μπορεί να εμφανιστεί. Πάνω παραμένει η αίσθηση της ελευθερίας. Οι πτήσεις του Χιγκ με το μικρό αεροπλάνο λειτουργούν ως προσωρινές αποδράσεις από έναν κόσμο που έχει συρρικνωθεί δραματικά, επιτρέποντάς του να κοιτάξει από ψηλά όσα έχασε αλλά και όσα υπάρχουν ακόμα. Για λίγες στιγμές η επιβίωση παραχωρεί τη θέση της στην περιπλάνηση.
Και εδώ εικόνα και μουσική αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της αφήγησης. Ο Σκοτ αφήνει τα μεγάλα πλάνα και τις άδειες εκτάσεις να αναπνεύσουν, ενώ η μουσική συνοδεύει την περιπλάνηση του Χιγκ μέσα σε αυτή την αγριάδα της ερήμωσης. Υπάρχουν στιγμές όπου η ταινία ζητά λιγότερο να την αναλύσεις και περισσότερο να αφεθείς στον ρυθμό της, να ταξιδέψεις μαζί με την εικόνα και τον ήχο. Και ίσως εκεί ο Σκοτ πετυχαίνει κάτι σημαντικότερο από μια ακόμη απόπειρα ανανέωσης ενός τόσο πολυχρησιμοποιημένου κινηματογραφικού είδους: δημιουργεί την αίσθηση ενός κόσμου που έχει τελειώσει και ταυτόχρονα εξακολουθεί να είναι συγκλονιστικά ζωντανός.
Αυτή η ισορροπία διαταράσσεται όταν η αναζήτηση του Χιγκ τον οδηγεί πέρα από τα ασφαλή όρια της ζωής που έχει δημιουργήσει με τον Μπάνγκλεϊ. Η ταινία εγκαταλείπει μέρος της εσωτερικότητας και της μελαγχολικής περιπλάνησης του πρώτου της μέρους και επιστρέφει σε πιο γνώριμους δρόμους του μεταποκαλυπτικού κινηματογράφου. Η αλλαγή τόνου γίνεται αισθητή και η ιστορία μοιάζει για λίγο να εμπιστεύεται περισσότερο τα γεγονότα από τη σιωπή που μέχρι τότε αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της.
Μόνο που αυτή η μετατόπιση υπηρετεί ταυτόχρονα κάτι απαραίτητο για τον ίδιο τον Χιγκ. Για να συνεχίσει, χρειάζεται να περάσει από την ανάμνηση της ανθρώπινης επαφής στην πιθανότητα μιας καινούργιας. Διαφορετικά θα παρέμενε εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο που υπάρχει μόνο στο παρελθόν του. Και αυτή η πιθανότητα απαιτεί να εγκαταλείψει την ασφάλεια και να εκτεθεί ξανά στον κίνδυνο.
Κάπως έτσι, ο Αστερισμός του Σκύλου απομακρύνεται από μια ακόμη ιστορία για το τέλος του κόσμου και αναζητά όσα μπορούν να αποκτήσουν αξία όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν χαθεί. Ακόμη και ο τίτλος οδηγεί το βλέμμα προς τον ουρανό που ο Χιγκ διασχίζει, ενώ γη και ουρανός συνδέονται γύρω από έναν άνθρωπο που πετά πάνω από έναν κόσμο που έχασε και προσπαθεί να βρει ξανά τη θέση του μέσα σε αυτόν. Και όταν όλα όσα κάποτε θεωρούνταν σημαντικά έχουν εξαφανιστεί, ίσως αυτό που απομένει να είναι το απλούστερο και δυσκολότερο από όλα: να υπάρχει κάποιος με τον οποίο αξίζει ακόμη να μοιραστείς τη ζωή.
Μπορεί ο Αστερισμός του Σκύλου να μη συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες ταινίες του Ρίντλεϊ Σκοτ, η ματιά του όμως διαθέτει ακόμα τη δύναμη να μας μεταφέρει σε έναν κόσμο που ίσως βρίσκεται πιο κοντά απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Άλλωστε ο κινηματογράφος έχει πολλές φορές προεκτείνει τους φόβους της εποχής του σε ένα μέλλον που έμοιαζε μακρινό, μέχρι η ίδια η πραγματικότητα να αρχίσει να καλύπτει την απόσταση. Και η απόδειξη βρίσκεται γύρω μας: αρκετά από όσα παρακολουθούσαμε πριν από μερικές δεκαετίες ως δυστοπική φαντασία, σήμερα τα λουζόμαστε ως πραγματικότητα.
Κώστας Κωνσταντινίδης
