Στο σινεμά του Κριστιάν Μουνγκίου δεν υπάρχουν βεβαιότητες
Σε επιστολή του προς τον Μπγέρνστιερνε Μπγέρνσον, ανακαλώντας την επιστροφή του στη Νορβηγία ύστερα από δέκα χρόνια απουσίας, ο Χένρικ Ίψεν γράφει, μεταξύ άλλων, για εκείνο το αίσθημα όταν αντικρύζει ξανά τα φιόρδ, σαν "ένα βάρος να κάθεται στο στήθος μου", ένα ψυχικό άχθος, δηλαδή, που φτάνει μέχρις των ορίων της σωματικής του εξάντλησης.
Σε μια ταινία που του χάρισε δεύτερο Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών, ο Ρουμάνος Κριστιάν Μουνγκίου, παίρνει έμπνευση από την πραγματικότητα, για να θέσει σε λειτουργία ένα οικογενειακό δράμα εγκεφαλικό ως προς την κατασκευή του και απολύτως τεταμμένο ως προς τις συγκρούσεις των δύο κόσμων που ξεδιπλώνονται για δυόμιση περίπου ώρες μπροστά στα μάτια μας.
Η σκανδιναβο-ρουμάνικη οικογένεια Γκεοργκίου καταφθάνει στα νορβηγικά φιόρδ αναζητώντας πιθανότατα μια διαφορετική μοίρα για μικρούς και μεγάλους, όμως η ένταξη δεν θα αποδειχθεί το ίδιο συμβατή με τις υποσχέσεις των αρμόδιων υπηρεσιών ένθεν κακείθεν. Μια οικογένεια αυστηρών Πεντηκοστιανών αντιλήψεων, με ανορθόδοξες (το λιγότερο) απόψεις περί της ανατροφής παιδιών στη σύγχρονη κοινωνία, δεν θα αργήσει να βρεθεί στο στόχαστρο του σχολικού βίου και της Πρόνοιας, αμέσως μόλις μία σχολική επιτηρήτρια εντοπίσει σημάδια πιθανής κακοποίησης στο σώμα των παιδιών.
Από εκεί και έπειτα, θα εξετάσουμε την αναδίπλωση μιας ολόκληρης ευρωπαϊκής κοινωνίας που ευαγγελίζεται την ανοχή σε κάθε διαφορετική άποψη, την έκταση των σύγχρονων πλοκαμιών της γραφειοκρατίας, ενώ το τελικό αίνιγμα της ταινίας (περί ενοχής ή όχι των γονιών Γκεοργκίου) θα μας ταλανίζει για πολλές ώρες μετά το τέλος ενός φιλμ που παρά τη μακροσκελή του διάρκεια, παρακολουθείται μονορούφι.
Είναι διότι όλα ξεκινούν από ένα καλοδομημένο σενάριο, και δη-στη συγκεκριμένη περίπτωση- από τους χαρακτήρες και την πολυπλοκότητά τους. Ο Κριστιάν Μουνγκίου μάς εκθέτει αφενός τις πληροφορίες για το επάγγελμα και το δόγμα τους, όμως από την άλλη αποφασίζει να αφήσει την ταινία του να γίνει ένας καθρέφτης για να καταλήξουμε εμείς στα δικά μας συμπεράσματα.
Αυτό το τελευταίο είναι σύμφυτο τόσο με τις σύγχρονες στρατηγικές περί ενός έργου τέχνης που γίνεται word of mouth, κυρίως δε προς το αξίωμα ότι στη σύγχρονη πραγματικότητα είναι δύσκολο να ανιχνεύσει κανείς το τί συμβαινει στον ιδιωτικό βίο του Άλλου, μόλις μία πόρτα παραπέρα. Η όλη ματιά του Μουνγκίου είναι τόσο προκλητική, το έργο υιοθετεί τόσο εντέχνως μια ψευδο-χιτσκοκική λογική που συνεχώς σε κάνει να ξεστρατίζεις από τις αρχικές σου υπόνοιες, που τα τελικά σου συμπεράσματα αναβάλλονται επ' αόριστον ή αναπροσαρμόζονται ανάλογα προς ένα νεύμα, ένα σήκωμα του φρυδιού του πατέρα Γκεοργκίου.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ταινία αυτή προσφέρει ρόλους-δώρα προς όλους τους ερμηνευτές ανεξαιρέτως ενώ ο Μουνγκίου πετυχαίνει να αποδόσει το κλίμα, το αίσθημα της βόρειας Ευρώπης, πότε συγγενεύοντας με το Μπέργκμαν, και πότε (αναπάντεχα!) στα κάδρα του (εκείνα με τους νεκρούς ασθενείς, η "προετοιμασία" του Άκε για το μεγάλο ταξίδι) με την οντολογία του Ρόι Άντερσον. Στη δε περίπτωση των γειτόνων, κρίνεται εξαιρετικό από συγγραφικής απόψεως το χτίσιμο της Μία (Lisa Carlehed), από νωχελική παρατηρήτρια, σε μάχιμη δικηγόρο και από εκεί και πάλι προς κάπου αλλού. Πάντα σε μία δραματουργική ισορροπία σε ό, τι αφορά στην ανάδειξη των δύο πόλων Θρησκευτικού δογματισμού/ σύγχρονου κράτους Πρόνοιας της Νορβηγίας, που συγγενεύει θα λέγαμε με την αρχαία τραγωδία.
Κι αν γνωρίζαμε τις δυνατότητες της Ρενάτα Ρέινσβε και την ''Λιβ Ούλμαν" στόφα της, αυτή τη φορά δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε τα ξεφωνητά μας μπροστά στη μεταμόρφωση του Σεμπάστιαν Σταν. Αυτή δεν αφορά μονάχα στο βάρος, ή την διαχείριση του μακιγιάζ αλλά κυρίως στην προσέγγιση αυτού του δυσερμήνευτου χαρακτήρα κατά την διδασκαλία του ρόλου του. Σαν να μου φάνηκε σε κάποια σημεία πως ο Μουνγκίου ήθελε και από τον ίδιο να ακτινοβολεί ο Σεμπάστιαν Σταν αυτόν τον αέρα της αναζήτησης του ρόλου, ιδίως ως προς τον τρόπο που κινείται, σχετίζεται με τα αντικείμενα και τα αισθήματά του (η σκηνή στο πιάνο, η σκηνή που η Πρόνοια παίρνει το μωρό, αυτό το ύστατο "σκοτείνιασμα" του προσώπου του)...Και μια τέτοια διδασκαλία, εάν υποθέσουμε ότι δόθηκε μια τέτοια κατεύθυνση-ενθάρρυνση, συμπλέει απολύτως με το κεντρικό θέμα περί του "άπιαστου" της Αλήθειας, όπως τίθεται στην ταινία.
Παρόλα αυτά, για όσους στοχεύουν σε έναν ευρύτερο στοχασμό, συμπεράσματα υπάρχουν για να εξαχθούν. Αφενός, σε όλη τη διάρκεια της προβολής επέστρεφε στη μνήμη μου εκείνο που μας έλεγε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος με αφορμή τις "Μάγισσες του Σάλεμ", του Άρθουρ Μίλερ, ότι δηλαδή κάθε τι που διαρθώνεται ως καθεστώς τρέφει μια ηδονή προς τις ομολογίες. Δεύτερο και σημαντικότερο, όσο το πλοίο στο φινάλε ξεμάκραινε-μια σκληρά ποιητική εικόνα που πολύ αναρωτιέμαι εάν ήταν ιδέα του μοντέρ να βρίσκεται εκεί ως τελευταία μας εντύπωση- ένιωθα την πιο φριχτή αλλαγή και μοίρα να πέφτει πάνω στους μεγάλους αθώους, τα παιδιά, που και μόνο προσπαθώντας να βαδίσουν πάνω στο νερό έχουν κιόλας κερδίσει τη βασιλεία των ουρανών-έχοντας τυραννιστεί πολλαχώς από το δίκαιο των ανθρώπων.
Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή
