Η υπερψήφιση του νόμου που αναγνωρίζει τον γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών στη Γαλλία το 2014, ανοίγει τα Γράμματα Αγάπης και μαζί μια νέα πραγματικότητα για ανθρώπους που μέχρι τότε διεκδικούσαν θεσμικά κάτι που στην προσωπική τους ζωή θεωρούσαν ήδη αυτονόητο. Με αφετηρία αυτή τη θεσμική αλλαγή, η Αλίς Ντουάρ παρακολουθεί την Οδύσσεια της Σελίν και της Νάντια, ενός ζευγαριού γυναικών που περιμένει το πρώτο του παιδί, το οποίο κυοφορεί η Νάντια. Η θεσμική κατοχύρωση της σχέσης τους αφήνει ωστόσο ανοιχτό το ζήτημα της γονεϊκής ιδιότητας της Σελίν, υποχρεώνοντάς την να αποδείξει την καταλληλότητά της για έναν ρόλο που η ίδια έχει ήδη επιλέξει να αναλάβει. Κάπου εδώ η ταινία ανοίγει ένα ερώτημα που ξεπερνά τη συγκεκριμένη ιστορία και αγγίζει την ίδια την έννοια της γονεϊκότητας: γιατί ένας άνθρωπος πρέπει να προσκομίσει αποδείξεις ότι είναι ικανός να αγαπήσει ένα παιδί και ποιος ακριβώς διαθέτει το ηθικό δικαίωμα να πιστοποιήσει αυτή την ικανότητα;
Η Ντουάρ παρατηρεί τη σχέση της Σελίν και της Νάντια με τρυφερότητα, χτίζοντας ανάμεσά τους έναν δεσμό στοργής, κατανόησης και συντροφικότητας, την ώρα που γύρω τους η κοινωνία εξακολουθεί να μοιράζεται ανάμεσα σε εκείνους που αποδέχονται τη νέα πραγματικότητα και σε όσους δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν μαζί της. Παράλληλα, η σχέση της Σελίν με τη μητέρα της, μια διάσημη πιανίστα που ζει στην Πράγα και επιστρέφει στο Παρίσι για μια συναυλία, ανοίγει μια δεύτερη και περισσότερο προσωπική διάσταση της γονεϊκότητας. Τη στιγμή που η Σελίν διεκδικεί τη δική της θέση απέναντι σε ένα παιδί που περιμένει να γεννηθεί, βρίσκεται αντιμέτωπη και με τα κενά της σχέσης με τον άνθρωπο που υπήρξε γονιός στη δική της ζωή.
Η προσωπική εμπειρία της ίδιας της Ντουάρ βρίσκεται άλλωστε πολύ κοντά σε όσα αφηγείται, καθώς η ταινία αντλεί από τη δική της διαδρομή προς τη γονεϊκότητα. Αυτή η εγγύτητα χαρίζει στους χαρακτήρες της στοργή και βιωματική ακρίβεια, λειτουργεί όμως ταυτόχρονα και ως πιθανή παγίδα. Η δημιουργός μοιάζει τόσο κοντά στους ανθρώπους και στις καταστάσεις που περιγράφει ώστε σπάνια αποκτά την απόσταση που θα της επέτρεπε να δοκιμάσει πραγματικά τα όριά τους και να μετατρέψει τις αντιφάσεις τους σε ισχυρές δραματουργικές συγκρούσεις.
Η αφήγηση οργανώνεται σε νοητά κεφάλαια που ακολουθούν εντελώς γραμμικά τα διαδοχικά στάδια από την εγκυμοσύνη μέχρι τη γέννηση του παιδιού. Η κύηση προχωρά, οι θεσμικές διαδικασίες εξελίσσονται και η ταινία καταγράφει με συνέπεια κάθε ενδιάμεσο σταθμό, χωρίς αντίστοιχη κλιμάκωση της δραματουργικής έντασης. Τα εμπόδια υπάρχουν, οι διαφορετικές κοινωνικές αντιδράσεις επίσης, όμως σπάνια εξελίσσονται σε πραγματικές συγκρούσεις, αφήνοντας την ιστορία να ακολουθεί μια σχεδόν προδιαγεγραμμένη πορεία, με ελάχιστες εκπλήξεις και καμία ουσιαστική ανατροπή.
Κάπως έτσι τα Γράμματα Αγάπης πλησιάζουν συχνά περισσότερο τη λογική ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, όπου η καταγραφή μιας πραγματικότητας αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την κινηματογραφική της επεξεργασία. Η σκηνοθεσία της Ντουάρ παραμένει μεν υπερβολικά ασφαλής, μια επιλογή κατανοητή απέναντι σε ένα τόσο λεπτό και προσωπικό ζήτημα, ταυτόχρονα όμως δυσκολεύεται να αναζητήσει εκείνη την κινηματογραφική διέξοδο που θα απελευθέρωνε την ταινία από τα δεσμά της αυτοβιογραφικής καταγραφής. Γιατί η βιωματική αλήθεια μπορεί να αποτελεί την αφετηρία της δημιουργίας, η αξία όμως του κινηματογράφου βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτή μετασχηματίζεται σε εικόνα, αφήγηση και συναίσθημα. Άλλο, τελικά, η αξία και η αναγκαιότητα ενός θέματος και άλλο η κινηματογραφική αξία του αποτελέσματος.
Κώστας Κωνσταντινίδης
